22 Ιουνίου 2011

Η Μάχη της Βέργας, η Τρόικα και το ΔΝΤ

Τότε, 22 Ιουνίου 1826, ήταν ο πανίσχυρος Ιμπραήμ πασάς που είχε ερημώσει όλο τον ελλαδικό απελευθερωμένο χώρο. Οι πολιτικοί της εποχής, Μαυροκορδάτοι, Κωλέτηδες και από πίσω τους οι εφοπλιστές της εποχής (Κουντουριώτηδες), αυτοί που είχαν προκαλέσει τον Εμφύλιο Πόλεμο και είχαν φάει τα λεφτά των δύο τοκογλυφικών δανείων,  λούφαζαν. Μάλλον δεν θα είχαν πρόβλημα αν αλλάξει η κατάσταση να ξαναγίνουν φίλοι με την κραταιά Οθωμανική Αυτοκρατορία, ή να βρουν καταφύγιο σε κάποια πόλη της Ευρώπης. Λούφαζαν και περίμεναν… « Όλαι δε αι ειδήσεις ήσαν φόβος και απελπισία. Όστις τότε επεριπάτει εις Πελοπόννησον, τίποτε άλλο δεν έβλεπεν, ει μη πτώματα άταφα Τούρκων και Ελλήνων, πολλά ζώα ψόφια, ως και άλλα διάφορα πράγματα σκορπισμένα εδώ κι εκεί. Δυσωδία δε μεγάλη και βρώμα αφόρητος έβγαινεν από τα άταφα και σηπωμένα πτώματα των ανθρώπων και των ζώων...», μας πληροφορεί ο Φωτάκος (απομνημονεύματα, σελ. 560). Η μόνη ελεύθερη γη ήταν η Μάνη*. Εκεί μόνο διατηρούνταν άσβεστη η σπίθα της Επανάστασης. Απέμενε λοιπόν η Μάνη για να τελειώσει τη δουλειά ο Ιμπραήμ με τους Γάλλους αξιωματικούς του, τους τουρκ-αραπάδες στρατιώτες, το φοβερό ιππικό του και τη ναυτική δύναμη που τον ακολουθούσε στη θάλασσα.
Με το θράσος του ισχυρού στρατού του και με ένα κάρο τρόπαια από νίκες στην αρχηγική σκηνή του, ο Ιμπραήμ στρατοπέδευσε στην Καλαμάτα και έστειλε το τελεσίγραφο στους Μανιάτες, αυτούς τους περίεργους -«αταξινόμητους» κατά τους Βαυαρούς- κατοίκους εκείνης της ξερής, γεμάτης καυτές πέτρες, γλώσσας – απόληξης του Ταϋγέτου: Να παραδώσουν αμαχητί την Πατρίδα, άλλως θα την περάσει όλη από το σπαθί του και «δεν θ' αφήσω μήτε ίχνος οσπιτίου...». Το τελεσίγραφο παρέλαβε ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης, αρχηγός των Μανιατών που είχα οχυρωθεί στη Βέργα κατασκευάζοντας ένα ιδιοφυές αμυντικό τείχος τη «Μάντρα της Βέργας». Τι παιχνίδια παίζει η Ιστορία… Εκείνος ο Γιωργάκης αποδείχθηκε Τεράστιος Γιώργαρος με την απάντησή του:

«...Σε περιμένομε με όσας διαθέτεις δυνάμεις... Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομε και σε περιμένομε...»
Και τον περίμεναν. Τον Ιμπραήμ πασά που είχε λυσσάξει από την αναίδεια των Μανιατών, αυτών των ξυπόλητων και πεινασμένων. Να τον προκαλέσουν έτσι, αυτόν, τον πανίσχυρο που είχε ισοπεδώσει ολόκληρη την Πελοπόννησο! Ποιοι ήταν αυτοί και, τις τέλος πάντων υπερασπίζονταν; Μια άγονη, χέρσα γη που δεν μπορούσε ούτε καν να τους θρέψει;  Μα τι θέλουν αυτοί οι μουρλοί; Μήπως να τους περάσει όλους από μαχαίρι; Αυτό άραγε προτιμούν;
Επιτέθηκε με όλη του τη δύναμη: 15.000 σε στεριά και θάλασσα. Οι Μανιάτες γύρω στους 2.400 με περιορισμένα αμυντικά μέσα. Οκτώ με δέκα γιουρούσια την ημέρα έκαναν επί τρεις ολόκληρες ημέρες (22,23 και 24 Ιουνίου) και παράλληλα βομβαρδίζει τις θέσεις των αμυνομένων Μανιατών από τη θάλασσα. Τ’ αποτελέσματα ήταν οικτρά για τον Ιμπραήμ και το στρατό του: νεκροί, νεκροί, νεκροί. Πανικός και ηττοπάθεια στο στράτευμα. Ο πασάς στα πρόθυρα της τρέλας. 
Νομίζοντας πως θα βρει ανυπεράσπιστη τη Μάνη, έστειλε στο Διρό να κάνουν απόβαση μα εκεί βρήκε τις γυναίκες, τα παιδία, τις γραίες και τους γέρους. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο με αυτό της Βέργας: η θάλασσα βάφτηκε με αίμα και επί τρεις μήνες ξέβραζε πτώματα τουρκαραπάδων στις ακτές. Και οι γυναίκες. Αυτές οι Μανιάτισσες γυναίκες που είχαν τα σπίτια τους ασοβάτιστα, με μόνα εφόδια κάτι παλιοτσούκαλα μαγέρευαν τα λιγοστά χόρτα που έβγανε η ξερή γη τους, μα αναθρέφανε τα παιδιά τους πάνω στην αγκαλιά και τα πότιζαν με κείνο το λιγοστό γάλα που έβγαινε από το βυζί τους. Ένα γάλα γεμάτο αγάπη για την πατρίδα, για τις πατρογονικές εστίες. Και κείνα μεγάλωναν κρατώντας το ντουφέκι και το σπαθί. Έτσι ήτανε και κείνη η Θερασέρη, στο Φλομοκότρωνα της Χαριάς. Πήγε ψωμί και νερό στους αμύντορες πολεμιστές μα βρήκε το παιδί της σκοτωμένο, στο ταμπούρι του. Οι  διπλανοί μαχητές δεν είχαν καταλάβει τίποτα και αυτή, δεν είπε μιλιά σε κανέναν.  Έπνιξε τον πόνο στα σωθικά, έκανε πέτρα την καρδιά, έσφιξε τα δόντια και πήρε το καριοφίλι του παιδιού της.  Άρχισε να τουφεκά αδιάκοπα τους εχθρούς και κάθε τόσο γύριζε κοίταζε το παιδί της και του έλεγε: «Κοιμήσου... Ξεκουράσου, παιδάκι μου. Είμαι εγώ στη θέση σου...». Να γιατί ΔΕΝ ΠΑΤΗΘΗΚΕ Η ΜΑΝΗ!
Ο Μπραήμης δοκίμασε να μπει στη Μάνη και από τον Πολυάραβο (από το Γύθειο) κι από το Κακοσκάλι στο δάσος της Βασιλικής. Η απάντηση της Μάνης ήταν μία: Νίκη ή θάνατος! Κι όποιος αψηφά τον θάνατο γίνεται αδελφός με τη Νίκη.  
Η Νίκη της Μάνης είναι η πιο κρίσιμη και η σημαντικότερη για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Αν πατιόταν η Μάνη, δεν θα υπήρχε σπιθαμή εδάφους όπου να διατηρείται η Επανάσταση και δεν θα ακολουθούσε, μετά από 16 μήνες η Ναυμαχία του Ναυαρίνου που ανάγκασε την Υψηλή Πύλη να αποδεχθεί το νέο ελληνικό κράτος. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το βασικό σχέδιο του Ιμπραήμ ήταν, αφού καταστρέψει την Πελοπόννησο να ξεριζώσει όλους τους Έλληνες κατοίκους της που θα τους οδηγούσε αιχμάλωτους στα σκλαβοπάζαρα και να εγκαταστήσει Αιγυπτίους! Όμως το σχέδιο ανατράπηκε στη Βέργα, στον Διρό, στον Πολυάραβο, στο Κακοσκάλι…
Σήμερα, 184 χρόνια μετά η Ελλάδα αντιμετωπίζει μια νέα πρόκληση: στη θέση του πανίσχυρου και με πολυεθνικό στρατό Ιμπραήμ, βρίσκεται το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Τρόικα. Και στέλνουν τελεσίγραφα για τα δάνεια που έχουν πάρει κάποιοι άλλοι πολιτικοί και τα έφαγαν με τις κομματικές αυλές τους. Και απαιτούν τα πάντα, δηλαδή και τη χώρα και τον λαό της! Στη θέση του αμύντορα (;) βρίσκεται ένας άλλος «Γιωργάκης», μόνο που ΔΕΝ είναι Μαυρομιχάλης αλλά Παπανδρέου. Η διαφορά είναι εμφανής, όχι μόνο στο όνομα αλλά και στην πρακτική. Ο ένας είπε «σε περιμένουμε με όσας δυνάμεις…», ο άλλος προσπαθεί να πείσει τον ελληνικό λαό ότι είναι «για το καλό του».  Από την άλλη, ο ελληνικός λαός ψάχνει τόπο και ανθρώπους για να φτιάξει τη νέα Βέργα για να αμυνθεί στη νομισματική λαίλαπα που «τα θέλει όλα». Γεμάτη η Ελλάδα από Κωλέτηδες και Μαυροκορδάτους (που τους έχουν και στα σχολεία αφίσες!). Ζαλισμένος  ο λαός δεν ξέρει κατά που να γείρει. Μόνη διέξοδος το ένστικτο. Το αλάνθαστο Ελληνικό Ένστικτο  που πάντα μας καθοδηγεί πώς να αμυνθούμε για τα πατρογονικά. Κι ας τόχουν νοθέψει με πολυπολιτισμό και μια δήθεν ευμάρεια.                                                                                           Όσο όμως κρατάμε άσβεστη την άδολη αγάπη μας για την Ελλάδα, δεν φοβόμαστε τίποτα. Ας έρθουν με όσες δυνάμεις διαθέτουν…
                                                                                                                    ΕΥΝΟΜΙΑ

ΥΓ. Ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης πλήρωσε ακριβά από την πολιτική συμμορία και τους Άγγλους πράκτορες την υπερήφανη στάση του στη Βέργα: του φόρτωσαν τη δολοφονία του Καποδίστρια! ΔΕΝ την έκανε  αυτός όπως αποδεικνύει και στο σχετικό βιβλίο – ντοκουμέντο του ο Δημήτρης Κοκκινάκης. Μαζί με τους Μαυρομιχαλαίους (που έδωσαν στον Αγώνα πάνω από 60 νεκρούς!) την πλήρωσε και η Μάνη. Την άφησαν στην υπανάπτυξη, ενώ τα τελευταία χρόνια έχουν επανακάμψει οι ψευδοπρίγκιπες Μαυροκορδάτοι και προσπαθούν να αρπάξουν τη γη των Μανιατών μέσω Δασαρχείου και αργότερα Κτηματολογίου. Κι όλα αυτά γιατί στη Μάνη το χαρτί το χρησιμοποιούσαν για τα καριοφίλια και όχι για να φτιάχνουν κοντράτα και συμφωνητικά πωλήσεων. Γιατί στη Μάνη αρκούσε Ο ΛΟΓΟΣ για ν’ αλλάξει χέρια ένα ακίνητο. Αλλά που να τα καταλάβουν αυτά οι φρακοφορεμένοι. Θα καταλάβουν όμως, όταν θάρθει η ώρα της Νέας Βέργας, του Νέου Διρού!
*Θα πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο γεωγραφικός χώρος της Μάνης μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1830, προσδιορίζεται ολόκληρος ο Ταΰγετος, από το Ακροταίναρο μέχρι –όπως αναφέρει και ο Κολοκοτρώνης στα απομνημονεύματά του- τα Σαμπάζικα βουνά, δηλαδή μέχρι την περιοχή του Άκοβου – Δυρραχίου που ανήκουν σήμερα στην Αρκαδία, εκτός ενός τμήματος του κεντρικού – ανατολικού Ταϋγέτου, όπου οι Οθωμανοί είχαν δημιουργήσει τα λεγόμενα Μπαρδουνοχώρια ή περιοχή της Μπαρδούνιας. Δηλαδή, είχαν μετατρέψει ορισμένα χωριά σε δικά τους τοποθετώντας στα πλευρά της Μάνη ένα αγκάθι με κατοίκους Τουρκαλβανούς και άλλα μείγματα, τους ονομαζόμενους Μπαρδουνιώτες. Ένα μεγάλο τμήμα του βόρειου Ταϋγέτου από το 1834 και μετρά ονομάστηκε Αλαγονία και πλέον δεν θεωρείται Μάνη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: