Επιμένει μετεκλογικά η ηγεσία του ΚΚΕ, ότι «σωστά δεν μπήκε το Κόμμα στη λογική συζήτησης με το ΣΥΡΙΖΑ στη διερευνητική εντολή», παρά το γεγονός ότι όπως αναφέρει, το θέμα τέθηκε από φίλους και οπαδούς του κόμματος, «αλλά και ένα μικρό μέρος των κομματικών μελών».
Με απόφασή της για το εκλογικό αποτέλεσμα η ΚΕ του ΚΚΕ εκτιμά ότι «το Κόμμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνει κινήσεις που επιτείνουν τη σύγχυση γύρω από το χαρακτήρα αυτού του φορέα ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τη γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις».
Με απόφασή της για το εκλογικό αποτέλεσμα η ΚΕ του ΚΚΕ εκτιμά ότι «το Κόμμα δεν μπορεί και δεν πρέπει να κάνει κινήσεις που επιτείνουν τη σύγχυση γύρω από το χαρακτήρα αυτού του φορέα ο οποίος δεν έχει καμία σχέση με τη γραμμή σύγκρουσης και ρήξης με τα μονοπώλια, τις ιμπεριαλιστικές ενώσεις».
Σε βαρύ κλίμα για τις «μεγάλες απώλειες» που υπέστη το ΚΚΕ στη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, οι οποίες σύμφωνα με την απόφαση, είναι η απώλεια του «48,3% των ψήφων της 6ης Μαΐου, με κύρια τάση διαρροών περίπου 55% προς το ΣΥΡΙΖΑ και 38% προς την αποχή», απορρίπτει το σκεπτικό των διαφωνούντων. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η διαφωνία- την οποία καταγράφει λεκτικά ως «παρατήρηση», εστιάζεται στο εξής: «Το Κόμμα θα μπορούσε να θέσει κατά τη διερευνητική εντολή μια κυβερνητική πρόταση που βεβαίως θα απορρίπτονταν από το ΣΥΡΙΖΑ, καθώς θα έθετε το ζήτημα της αποδέσμευσης, της μονομερούς διαγραφής του χρέους, της ρήξης με τις επιλογές της ΕΕ και των μονοπωλίων. Υποστηρίζουν ότι με αυτόν τον τρόπο θα αφαιρούνταν η πρωτοβουλία κινήσεων από το ΣΥΡΙΖΑ».
Η απόφαση της Κ.Ε ασκεί κριτική στα μέλη του ίδιου κορυφαίου οργάνου αλλά και στο Πολιτικό Γραφείο. Η κριτική, ωστόσο, εστιάζεται στην καθυστέρηση της ικανότητάς της να εκτιμήσει εγκαίρως πριν από τις πρώτες εκλογές ότι ο κίνδυνος προερχόταν από τη σοσιαλδημοκρατία, που κατά την άποψη του κόμματος εκφράζει ο ΣΥΡΙΖΑ, εκτίμηση την οποία διόρθωσε 15 μέρες πριν από τη δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, αλλά χωρίς να επιτύχει την αντιστροφή του κλίματος.
Η αυτοκριτική εστιάζει επίσης στο γεγονός ότι δεν αυξήθηκε η ελκτική δύναμη του ΚΚΕ στους νέους. Δίνεται μάλιστα ως κατεύθυνση η αλλαγή «πλεύσης» με την ανάδειξη της ΚΝΕ ως φορέα «επανεκκίνησης» και μάλιστα από τον χώρο της «μάθησης» και όχι της εργατικής τάξης, διότι στο χώρο αυτό «η ιδεολογική επίθεση είναι επεξεργασμένη καλά και ασκεί σοβαρή επίδραση», όπως αναφέρει.
Ενδεικτική είναι η αυτοκριτική ότι «η ΚΕ και ιδιαίτερα το ΠΓ, αδύνατα και πίσω από τις απαιτήσεις αντιμετώπισε τις ανάγκες της προπαγάνδας με συνεχείς επεξεργασίες ώστε η ταξική συνείδηση να μην εκτρέπεται σε ανώδυνους δρόμους», ενώ «υποτιμήθηκε επίσης ο ρόλος του Διαδικτύου στην πληροφόρηση της νεολαίας αλλά και ως όργανο επίθεσης στο Κόμμα».
Το συμπερασματικό κείμενο της απόφασης της ΚΕ του ΚΚΕ, που θα επιστρέψει στις οργανώσεις του κόμματος και στην ΚΝΕ για έγκριση, έχει ως εξής:
«Το συμπέρασμα είναι ότι η ΚΕ έπρεπε να καθορίσει το πλαίσιο της πρώτης εκλογικής μάχης στο ίδιο πνεύμα που το επεξεργάσθηκε αμέσως μετά τις εκλογές της 6 Μαΐου. Δηλαδή να προτάξει το μέτωπο στην αυταπάτη της «αριστερής κυβέρνησης» με επεξεργασία και κωδικοποίηση κατάλληλων συνθημάτων. Δεν ανέδειξε έγκαιρα το ΣΥΡΙΖΑ ως νέο πολιτικό φορέα της σοσιαλδημοκρατίας με συστηματική προσπάθεια διείσδυσης στον εκλογικό μας περίγυρο. Η ΚΕ δεν έδωσε έγκαιρα απάντηση πώς βλέπει το ΚΚΕ το ζήτημα της κυβέρνησης της λαϊκής εξουσίας, πώς θα φθάσει ο πολιτικός αγώνας σε μια τέτοια έκβαση και με ποιες προϋποθέσεις, ώστε να κατανοηθεί γιατί το ΚΚΕ δεν μετέχει σε κυβέρνηση αστικής διαχείρισης της κρίσης, σε κυβέρνηση που πολιτεύεται στα πλαίσια του συστήματος, στο έδαφος δηλαδή του καπιταλισμού. Η θέση του ΚΚΕ για κυβέρνηση της λαϊκής εξουσίας θα προπαγανδιζόταν έγκαιρα και ευρύτερα, θα αποκτούσε τη δέουσα επιθετικότητα, δεν θα άφηνε χωρίς απάντηση το παραπλανητικό και ύπουλο επιχείρημα που καλλιεργήθηκε συστηματικά, ότι το ΚΚΕ δεν θέλει να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες. Δεν σήμανε συναγερμό στην πρώτη προεκλογική περίοδο για τον κίνδυνο απωλειών του Κόμματος, την συστηματική προσπάθεια να προωθηθεί σχεδιασμένα η αποδυνάμωση του Κόμματος από τις δυνάμεις του συστήματος. Δεν καλλιέργησε, στον απαιτούμενο βαθμό, πνεύμα επαγρύπνησης και ανησυχίας στα μέλη του Κόμματος, στον περίγυρο του. Δεν σημαίνει βεβαίως ότι αν στην πρώτη προεκλογική περίοδο είχε χαραχθεί εύστοχη εκλογική τακτική θα ήταν δυνατόν να ανατραπεί το ρεφορμιστικό ρεύμα υπέρ κυβέρνησης διαχείρισης της κρίσης, η ανάπτυξη του οποίου έχει αντικειμενική βάση, πατά στις ανάγκες της αστικής εξουσίας. Όμως είναι πολύ πιθανό το Κόμμα να είχε λιγότερες απώλειες, κυρίως να αποτρεπόταν ένα πνεύμα απογοήτευσης ιδιαίτερα στο χώρο των οπαδών και φίλων του Κόμματος που δικαίως προκάλεσε το εκλογικό αποτέλεσμα».
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει η απόφαση της Κ.Ε του ΚΚΕ στην αυταπάτη στο «ρεφορμιστικό - οπορτουνιστικό ρεύμα» και στον ΣΥΡΙΖΑ που κατά την άποψή του το εκφράζει. Τονίζει χαρακτηριστικά ότι «ο πόλος του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύθηκε με οργανωμένη μαζική μετακόμιση οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ, με επικεφαλής μεγάλο μέρος του στελεχικού δυναμικού ιδιαίτερα από τον δημόσιο τομέα, τις πρώην ΔΕΚΟ, το τραπεζικό σύστημα, αλλά και τον κρατικό μηχανισμό. Η οργανωμένη μετακίνηση αγκάλιασε και ένα μέρος τοπικών οργανώσεων του ΠΑΣΟΚ. Η μετακόμιση βεβαίως διευκολύνθηκε λόγω της απογοήτευσης και δυσαρέσκειας, της απήχησης των θέσεων του οπορτουνισμού στα παραπάνω τμήματα των εργατοϋπαλλήλων. Η αστική τάξη της χώρας έριξε βάρος στην ανασύνταξη της σοσιαλδημοκρατίας που είναι το κύριο εργαλείο της για την κυριαρχία του ρεφορμισμού στο εργατικό κίνημα».
Η αυτοκριτική
Μεταξύ άλλων η απόφαση επισημαίνει:
«Η ΚΕ εκτιμά ότι η γενική πολιτική γραμμή που δόθηκε η εκλογική μάχη ανταποκρινόταν στον χαρακτήρα της κρίσης, της διεξόδου που είχε ανάγκη ο λαός, σε συνθήκες που προοιωνίζονταν νέα αντεργατικά αντιλαϊκά μέτρα, ανεξάρτητα των όποιων χειρισμών θα γίνονταν από την νέα κυβέρνηση, η οποία θα πρόκυπτε. Το πρόβλημα είναι ότι η ΚΕ δεν εντόπισε έγκαιρα το βάθος της συνολικής μείωσης των δύο κομμάτων και ιδιαίτερα την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, καθώς και την ισχυροποίηση-στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ, το σχέδιο επίθεσης στο Κόμμα. Αρχικά είχε εντοπισθεί η μείωση της επιρροής του ΠΑΣΟΚ υπέρ της ΔΗΜΑΡ που όμως δεν ασκούσε επίδραση στο χώρο των ψηφοφόρων του ΚΚΕ, πράγμα που επιβεβαιωνόταν από τις δημοσκοπήσεις. Δεκαπέντε μέρες πριν την εκλογική αναμέτρηση εντοπίσθηκε η απότομη στροφή προς το ΣΥΡΙΖΑ σε συνδυασμό με την αποδυνάμωση του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ αλλά και του Κόμματος. Παρά τις προσπάθειες που τότε έγιναν για να εντοπισθούν οι απώλειες, δεν επιβεβαιώνονταν η έκτασή τους από τις εκτιμήσεις τοπικά των κομματικών οργανώσεων.
Η ουσία είναι ότι η ΚΕ δεν συγκέντρωσε την προσοχή της στο γεγονός ότι για πρώτη φορά, σε σχέση με όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις, μπροστά στο δοκιμαζόμενο λαό έμπαινε ζήτημα να επιλέξει ανάμεσα σε μια κυβέρνηση στη βάση της ΝΔ ή του ΠΑΣΟΚ από την μια, ή μια κυβέρνηση της λεγόμενης «αριστερής συνεργασίας» με ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου