Περπατώντας ο Χριστός στο μέσον της Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε πλήθος ανθρώπων, βλέπει μπροστά του (όχι βέβαια τυχαία) έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. Οι μαθητές του εξέφρασαν την απορία, ποιος αμάρτησε για να γεννηθεί έτσι. Και ο Χριστός απάντησε ότι δεν αμάρτησε κανένας, αλλά γεννήθηκε τυφλός για να φανερωθούν, με όσα θα γίνουν σ’ αυτόν, τα έργα του Θεού. Να γίνει δηλαδή φανερή στα μάτια των ανθρώπων η σωτηρία που απεργάζεται ο Θεός με την άπειρη δύναμη και αγαθότητά του, ούτως ώστε, ερχόμενοι «εις επίγνωσιν αληθείας» οι άνθρωποι, να δοξάσουν με ευγνωμοσύνη τον Θεό (Κυριακή του Τυφλού).
Προκαλεί εντύπωση η απάντηση του Χριστού, γιατί υπήρχε παγιωμένη η αντίληψη, ότι όταν ασθενεί και υποφέρει κάποιος, αυτό οφείλεται στις αμαρτίες του. Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει ότι έτσι θα σκεφτούν οι άνθρωποι και για τον Μεσσία. Όταν τον δουν να βρίσκεται σε μέγιστο πόνο και μαρτύρια, με αποκορύφωση τον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο, δεν θα πουν ότι είναι άδικο αυτό για έναν τέτοιο αναμάρτητο και αθώο άνθρωπο. Αντιθέτως, θα νομίσουν σφαλερά ότι με τον τρόπο αυτό τιμωρείται από τον Θεό για δικές του αμαρτίες. «Και ημείς ελογισάμεθα αυτόν είναι εν πόνω και εν πληγή υπό Θεού (ως τιμωρία του από τον Θεό) και εν κακώσει» (Ησ. 53, 4).


-%CE%A3%CE%95%CE%9B%CE%99%CE%94%CE%91%2037.png)






