30 Ιουλίου 2022

Ομιλία του Γεωργίου Αργυροηλιόπουλου, δασκάλου, MSc Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας,

 Που εκφωνήθηκε στην Εκδήλωση Μνήμης και Τιμής για την Μεσσηνιακή Επανάσταση 1834 και τον ήρωα οπλαρχηγό Αναστάσιο Τζαμαλή στο χωριό Άρις στις 29 Ιουλίου 2022.
Κυρίες και κύριοι.
Υπάρχουν στιγμές και γεγονότα στην ιστορία της πατρίδας μας που είναι πολύ γνωστά και άλλα που είναι λιγότερα γνωστά αλλά είναι σημαντικά για τους ανθρώπους και τον τόπο που διαδραματίστηκαν.
Σε κάποια από αυτά τα γεγονότα έχουν μελετηθεί και φωτιστεί τα αίτιά τους, οι αφορμές τους, οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές συνθήκες μέσα στις οποίες διαδραματίστηκαν και σε κάποια άλλα αυτά τα χαρακτηριστικά είναι σχεδόν άγνωστα.


Η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834, τα γεγονότα της και ο χαρακτήρας της, οι πολιτικές, κοινωνικές, οικονομικές καταστάσεις της εποχής και του τόπου που διαδραματίστηκε, αλλά και οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν σε αυτή, καθώς και οι συνέπειες για αυτούς και τον τόπο τους είναι από τα γεγονότα εκείνα που ανήκουν στα λιγότερα γνωστά ιστορικά γεγονότα της πατρίδας μας γενικότερα αλλά και του στενότερου μεσσηνιακού χώρου ειδικότερα.
Αν λοιπόν η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834 είναι από τα γεγονότα που δεν προβάλλονται ιδιαίτερα, ίσως και καθόλου στη γενικότερη ελληνική ιστοριογραφία, τότε η προβολή της στην τοπική ιστορία είναι ιδιαίτερα επιτακτική και χρήσιμη. Ειδικά για τους νέους μας που εξαιτίας του γεγονότος ότι η διδασκαλία της τοπικής ιστορίας είναι ανύπαρκτη στην θεσμοθετημένη εκπαίδευσή τους, δυστυχώς δεν γνωρίζουν σημαντικά ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της ιδιαίτερης πατρίδας τους.
Όμως, ποια είναι αυτή η Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834 που έχει σημαντικά αίτια, αφορμές, γεγονότα, πρόσωπα και ποιες ήταν οι κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές και άλλες καταστάσεις και συνέπειες στον τόπο και στο χρόνο που διαδραματίστηκε;
Βρισκόμαστε μόλις ενάμιση χρόνο από την έλευση στην Ελλάδα του πρώτου της βασιλιά, του νεαρού Βαυαρού Όθωνα και της τριμελούς επιτροπής γνωστής ως Αντιβασιλεία, που κυβερνούσε για λογαριασμό του, επειδή ο ίδιος ήταν ακόμη ανήλικος, το νεοσυσταθέν Βασίλειο της Ελλάδος. Στο πρόσωπο του νεαρού μονάρχη Όθωνα και στο θεσμό της βασιλείας του οι Έλληνες έβλεπαν τον άνθρωπο εκείνο που θα οργάνωνε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος απαλλαγμένο από τις εσωτερικές έριδες και κακοδαιμονίες του παρελθόντος.
Όμως η επιτροπή της Αντιβασιλείας που άσκησε την εξουσία από τον Ιανουάριο του 1833 έως τον Ιούνιο του 1835 για λογαριασμό του ανήλικου ακόμη Όθωνα, παρόλες τις καλές προθέσεις της δεν κατάφερε να κερδίσει τη συμπάθεια των ταλαιπωρημένων Ελλήνων. Από εξαρχής τα μέλη της αντιβασιλείας είδαν με δυσπιστία τους Έλληνες, τους θεσμούς τους και τους εκπροσώπους τους. Οι Βαυαροί της Αντιβασιλείας προσπάθησαν να οργανώσουν ένα κράτος με κανόνες και αρχές όπως το δικό τους στη Βαυαρία. Θεώρησαν τους Έλληνες ως κατώτερους υπηκόους, «αγρίους και απολίτιστους», τους οποίους ήρθαν να εξουσιάσουν και να εκπολιτίσουν σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια. Δεν μπόρεσαν να νιώσουν την «κοινωνική ψυχολογία» των Ελλήνων. Με διαφορετική γλώσσα, διαφορετικό θρησκευτικό δόγμα, διαφορετική κοινωνική προέλευση και παιδεία, ήταν
δύσκολο να πλησιάσουν το κοινό Έλληνα και ακόμη δυσκολότερο στον ταλαιπωρημένο Έλληνα να αποδεχθεί την καλή θέληση των Βαυαρών. Έτσι οργάνωναν ένα κράτος όπου οι Βαυαροί ασκούσαν έντονα συγκεντρωτική εξουσία σε όλους τους τομείς και οι Έλληνες ήταν παραγκωνισμένοι και ξένοι στον τόπο τους. Αυτό ήταν το φαινόμενο της Βαυαροκρατίας.
Ο στρατός οργανώθηκε με Βαυαρούς στρατιωτικούς ενώ παραγκωνίστηκαν και αφέθηκαν έξω από αυτόν οι ηρωικοί οπλαρχηγοί και αγωνιστές της Επανάστασης, οι οποίοι εξαθλιώθηκαν οικονομικά και κυρίως ηθικά. Η διοίκηση του κράτους μέσα από τους νέους θεσμούς όπως του Νομάρχη και του Έπαρχου ήταν αυστηρά συγκεντρωτική. Τα πρόσωπα που στελέχωσαν τους νέους θεσμούς ήταν άγνωστα και ξένα προς τις τοπικές κοινωνίες και συχνά συμπεριφέρονταν ως εξουσιαστές παρά ως υπάλληλοι των πολιτών. Οι αψυχολόγητες ενέργειες για τη βίαιη διάλυση των μοναστηριών και την υπαγωγή των εκκλησιαστικών θεσμών στο κράτος πλήγωσε το θρησκευτικό αίσθημα και έδωσε την ευκαιρία σε ξένες δυνάμεις να εμφανιστούν ως προστάτες της Ορθοδοξίας.
Η εμπλοκή των Βαυαρών με την ελληνική πολιτική - κομματική αντιπαλότητα και τον πολιτικό ανταγωνισμό των ευρωπαϊκών Μεγάλων Δυνάμεων στην Ελλάδα, έκανε την Αντιβασιλεία να βλέπει παντού «συνωμότες και εχθρούς». Έτσι έφτασαν στη σύλληψη, καταδίκη και φυλάκιση σημαντικών Ελλήνων που στα μάτια του λαού ήταν οι ήρωες του όπως ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Δημήτριος Πλαπούτας που γλίτωσαν το θάνατο χάρη στην ακέραιη στάση των έντιμων δικαστών Τερτσέτη και Πολυζωίδη.
Εκείνο όμως που δεν κατάφερε καθόλου η Αντιβασιλεία ήταν να καθιερώσει ένα δίκαιο τρόπο συλλογής των φόρων. Διατήρησε το σύστημα ενοικίασης των φόρων σε ενοικιαστές - φοροεισπράκτορες που συγκέντρωναν τους φόρους παρακρατώντας από τους καλλιεργητές της γης μέρος της παραγωγής ως κρατικό φόρο. Έτσι ενισχύθηκε η αυθαιρεσία των φοροεισπρακτόρων που στηριζόταν στην ανοχή και την ενθάρρυνση από τις ίδιες τις τοπικές κρατικές αρχές. Μία πληθώρα νέων, ακραίων και παράλογων φόρων επιβλήθηκε στους Έλληνες. Ειδικά στους αγρότες και τους κατοίκους της υπαίθρου οι οποίοι εξαθλιώθηκαν μέχρι φυσικής εξόντωσης.
Για τους κτηνοτρόφους ο ποιμενικός φόρος του 1833 και 1834 ήταν 16% στα λιβάδια και επιπλέον φόρος βοσκής 20% και ανάλογα με το είδος των ζώων έφτανε στο 50% συνολικά. Στα αμπέλια και τις σταφίδες ο φόρος έφτανε στο 30% στους ιδιοκτήτες στο 50% στους ενοικιαστές. Όμως η αποκορύφωση ήταν ο φόρος της Δεκάτης που μόνο 10% δεν ήταν, αλλά με τα τεχνάσματα των φοροεισπρακτόρων και την ανοχή των κρατικών αξιωματούχων όπως του Βασιλικού Εφόρου, του Έπαρχου και του Νομάρχη, έφτανε στο 50% της παραγωγής. Υπήρχε φόρος για τους υλοτόμους, φόρος για τα βελανίδια, φόρος για κάθε αγροτική δραστηριότητα στην ύπαιθρο, φόρος για τα ζώα, φόρος και για τα σπίτια ο οποίος ήταν ανάλογος με τα παράθυρα των σπιτιών, τα λεγόμενα «παραθυριάτικα». Ήταν τέτοια η εκμετάλλευση των αγροτών και των ανθρώπων της υπαίθρου, που έφτασαν αυτοί οι άνθρωποι που είχαν δώσει και το αίμα τους για τη λευτεριά τους να πουν ότι «με τους Τούρκους περνάγαμε καλύτερα».
Για όλους τους παραπάνω λόγους η λαϊκή αγανάκτηση ήταν έκδηλη και δεν χρειαζόταν παρά μονάχα η σπίθα για να ξεσπάσει η οργή και αγανάκτηση του λαού κατά των κρατικών αξιωματούχων και της κυβέρνησης. Η σπίθα αυτή ήταν οι διώξεις των στελεχών του καποδιστριακού κόμματος των «Ναπαίων» όπως είχαν ονομαστεί. Διώξεις που οφείλονταν στην έντονη κομματική αντιπαλότητα των τριών ελληνικών κομμάτων- παρατάξεων της εποχής που με τα ονόματά τους μόνο ελληνικά δεν έδειχναν. Το «αγγλικό» το «γαλλικό» και το «ρωσικό». Ακόμη οφείλονταν στην έντονη ανάμιξη των
τριών Μεγάλων Δυνάμεων, Αγγλίας, Γαλλίας και Ρωσίας στην ελληνική πολιτική ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Οι διώξεις εντάθηκαν όταν η φιλογαλλική παράταξη του Κωλέττη είχε την κυβερνητική πλειοψηφία διορισμένη από την Αντιβασιλεία. Το αποκορύφωμα των διώξεων του φιλορωσικού κόμματος ήταν η σύλληψη, η δίκη-παρωδία, καταδίκη και φυλάκιση του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, τον Μάιο του 1834.
Η επανάσταση του 1834 ξεκινά με εξεγέρσεις χωρικών εναντίον των φοροεισπρακτόρων στις 26 Ιουλίου στα χωριά της επαρχίας Ολυμπίας. Στις 29 Ιουλίου πολιορκείται η Ανδρίτσαινα. Ηγούνται της εξέγερσης οι Κόλλιας και Μήτρος Πλαπούτας, ανήψια του φυλακισμένου Δημητρίου Πλαπούτα, ο Νικήτας Ζερμπίνης, ανιψιός του φυλακισμένου Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και άλλα τοπικά στελέχη του κόμματος των «Ναπαίων». Ύστερα από λίγες μέρες οι κυβερνητικοί αξιωματούχοι και οι χωροφύλακες εγκαταλείπουν την Ανδρίτσαινα την οποία καταλαμβάνουν οι επαναστάτες-στασιαστές.
Στην επαρχία Τριφυλίας εξεγερμένοι χωρικοί με αρχηγό τον παλιό οπλαρχηγό Γιάννη Γκρίντζαλη από το χωριό Ψάρι, ο οποίος ήταν και γαμπρός του γηραιού οπλαρχηγού Μητροπέτροβα, μπαίνουν στις 27-28 Ιουλίου στην Κυπαρισσία και στις 30 Ιουλίου καταλαμβάνουν την πόλη πού ήταν η τότε πρωτεύουσα του νομού Μεσσηνίας. Συλλαμβάνουν τον νομάρχη, τον βασιλικό έφορο και άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους και τους φυλακίζουν στο χωριό Ψάρι. Συστήνουν επαναστατική «Πατριωτική Επιτροπή» και αποστέλλουν στο βασιλιά την επαναστατική τους προκήρυξη-διαμαρτυρία.
Στην επαρχία Μεσσήνης ο γηραιός οπλαρχηγός Μητροπέτροβας από το χωριό του τη Γαράντζα (Άνω Μέλπεια), καίει τα σιτηρά που ήταν θερισμένα και συγκεντρωμένα σε θημωνιές, ως πράξη ενάντια στη ληστρική είσπραξη των φόρων. Ξεσηκώνει τους κατοίκους των χωριών μέχρι την Ανδρούσα, την οποία καταλαμβάνει επικεφαλής 150 ενόπλων χωρικών στις 29 Ιουλίου. Την ίδια μέρα στο χωριό Ασλάναγα ο Αναστάσιος Τζαμαλής, παλιός οπλαρχηγός του 1821 ξεσηκώνει τους συγχωριανούς του και τα τριγύρω χωριά. Στο Ασλάναγα στρατοπέδευε περίπολος 50 Βαυαρών στρατιωτών υπό τον υπολοχαγό Σνάινλε. Οι επαναστατημένοι χωρικοί του Ασλάναγα επιτίθονται στους Βαυαρούς και τους κατατροπώνουν τρέποντάς τους σε φυγή. Την επόμενη μέρα φτάνει στο Ασλάναγα ο Μητροπέτροβας και μαζί με τον Τζαμαλή αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιτυχία σώμα χωροφυλάκων και κυβερνητικών στρατιωτών που είχαν σταλθεί εναντίον τους από το Νησί (Μεσσήνη). Τις επόμενες ημέρες καταλαμβάνουν το Νησί ξεσηκώνοντας έτσι ολόκληρη την πεδιάδα της Μεσσηνίας φτάνοντας σε δύναμή τους 2.000 ενόπλους. Θέλουν να κινηθούν εναντίον της Καλαμάτας αλλά εκεί υπάρχει ισχυρό στρατιωτικό σώμα 1.500 Βαυαρών με τον συνταγματάρχη Φέδερ με τηλεβόλα - πυροβόλα και 100 Μανιάτες υπό τον στρατιωτικό διοικητή Μεσσηνίας μοίραρχο Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη. Έτσι στρέφονται προς Μελιγαλά και Μεγαλόπολη. Η επανάσταση στη Μεσσηνία έχει γενικευτεί. Οι κυβερνητικοί υπάλληλοι αναφέρουν ότι: «…ολόκληρη η Μεσσηνία είναι ένα απέραντο θέατρο εξεγέρσεως. Η Μεσσηνία δεν είναι πλέον δική μας αλλά στη διάθεση του Γκρίτζαλη, του Μητροπέτροβα και του Τζαμαλή».
Στις επαρχίες Μεγαλόπολης και Γορτυνίας τα χωριά ξεσηκώνονται στις 30 Ιουλίου και οι επαναστάτες μαζί με τους Μεσσήνιους του Μητροπέτροβα και του Τζαμαλή στις 2 Αυγούστου καταλαμβάνουν το Λεοντάρι που είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας και στη συνέχεια τη Μεγαλόπολη. Στόχος είναι να περικυκλωθεί η Τρίπολη από τα δυτικά από τους εξεγερμένους κατοίκους της Στεμνίτσας, του Ζυγοβιστίου, της Αλωνίσταινας και της Βυτίνας και από τα νότια από
Μεγαλοπολίτες και Μεσσήνιους. Στην Τρίπολη όμως καταφτάνουν ισχυρές κυβερνητικές δυνάμεις αντιλαμβανόμενες το μεγάλο κίνδυνο που διέτρεχε η πόλη.
Η κυβέρνηση φοβούμενη κατάληψη της Καλαμάτας και της Τρίπολης και γενίκευση της εξέγερσης, κηρύσσει στρατιωτικό νόμο. Κινητοποιεί τους τοπικούς στρατιωτικούς διοικητές και τους δημάρχους που είναι φιλοκυβερνητικοί οι οποίοι τάζοντας αξιώματα και αμοιβές συγκροτούν σώματα Εθνοφυλακής . Από το Ναύπλιο ξεκινούν κυβερνητικά στρατεύματα. Ο Κωλέττης συγκροτεί άτακτα ρουμελιώτικα στρατεύματα τα οποία εισβάλουν υπό τον Χατζηχρήστο και τον Γαρδικιώτη Γρίβα στην Πελοπόννησο. Θωρακίζεται η Τρίπολη και στις 5 Αυγούστου ξεκινάει η κυβερνητική επίθεση στη Μεγαλόπολη και τη Μεσσηνία.
Στη Μεσσηνία η καθοριστική μάχη γίνεται δυτικά της Φουρτζαλοκαμάρας (Θουρίας) στις 7 Αυγούστου. Εκεί 2.100 Βαυαροί στρατιώτες και Μανιάτες με τον Βαυαρό αντιστράτηγο Σμαλτς, τον Ηλία Κατσάκο Μαυρομιχάλη, τους αδελφούς Γιατράκου, τον συνταγματάρχη Τζανετάκη και τον συνταγματάρχη Ανδρέα Λόντο επιτέθηκαν στους 2.000 ενόπλους χωρικούς του Μητροπέτροβα και του Αναστάσιου Τζαμαλή. Οι χωρικοί βλέποντας τον οργανωμένο κυβερνητικό στρατό, μετά τις πρώτες τουφεκιές άρχισαν να υποχωρούν και οι κυβερνητικοί να τους καταδιώκουν άγρια έως τα τριγύρω βουνά και λόφους.
Οι Βαυαροί στρατιώτες του αντιστράτηγου Σμάλτς μαζί με τους Μανιάτες εισέβαλαν στο Ασλάναγα και με εκδικητική μανία έκαψαν όλα τα σπίτια σκοτώνοντας και κυνηγώντας τους κατοίκους οι οποίοι προσπάθησαν να διαφύγουν στα γύρω βουνά. Ο Μητροπέτροβας κατέφυγε στην Γαράντζα ενώ ο Τζαμαλής στα ορεινά χωριά της Μεσσηνίας.
Η επόμενη καθοριστική μάχη έγινε στο χωριό Σούλου της Μεγαλόπολης στις 9 Αυγούστου. Εκεί τα κυβερνητικά στρατεύματα υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, Χατζηχρήστο και Γαρδικιώτη Γρίβα νίκησαν τους επαναστάτες χωρικούς του Γκρίτζαλη και του Κόλλια Πλαπούτα.
Μετά από αυτές τις δύο καθοριστικές μάχες οι επαναστάτες δεν προβάλλουν σημαντική αντίσταση και η επανάσταση αργοσβήνει καθώς οι ηγέτες της σταδιακά συλλαμβάνονται και φυλακίζονται. Η κυβέρνηση επανακτά τον έλεγχο των επαναστατημένων περιοχών και συστήνει και λειτουργεί το «Έκτακτο Στρατιωτικό Δικαστήριο Καρυταίνης και Μεσσηνίας» αρχικά στην Κυπαρισσία και μετά στο Νιόκαστρο της Πύλου.
Στις 18 Αυγούστου συλλαμβάνεται ο Ιωάννης Γκρίντζαλης ο οποίος στις 17-19 Σεπτεμβρίου δικάζεται με συνοπτικές διαδικασίες στο έκτακτο στρατοδικείο στην Κυπαρισσία. Καταδικάζεται σε θάνατο ως ένοχος για το αδίκημα της «στάσης κατά του Βασιλέως» και εκτελείται αμέσως δια τυφεκισμού. Λίγο πριν τον τουφεκισμό του είπε: «Άδικα πεθαίνω, δεν κινήθηκα εναντίον του Βασιλιά. Αγωνίστηκα για τα δικαιώματα των Ελλήνων».
Ο Μητροπέτροβας παραδόθηκε οικειοθελώς και οδηγήθηκε και αυτός στο στρατοδικείο. Καταδικάστηκε και αυτός σε θάνατο. Όμως η ποινή του δεν εκτελέστηκε καθώς λόγω του υπέργηρου της ηλικίας του και της μεγάλης προσφοράς του στην Επανάσταση του 1821 προτάθηκε από το δικαστήριο και πήρε χάρη με Βασιλικό Διάταγμα του Όθωνα.
Ο Αναστάσιος Τζαμαλής συνελήφθη την 1η Οκτωβρίου 1834 μαζί με τους συντρόφους και συγχωριανούς του Αθανάσιο Κάβδα και Νικήτα Τσίτουρα στο βάλτο στο χωριό Μπισμπάρδι (Ασπροπουλιά), όπου κρυβόταν υποστηριζόμενος από ντόπιους συγχωριανούς του. Η δίκη και των
τριών έγινε στις 24 Οκτωβρίου 1834. Κατηγορήθηκαν ότι ξεσήκωσαν τους κατοίκους των χωριών σε «στάση κατά του Βασιλέως», και ότι δολοφόνησαν κυβερνητικούς στρατιώτες.
Ο Αθανάσιος Κάβδας και ο Νικήτας Τσίτουρας αθωώθηκαν καθώς δεν βρέθηκαν μάρτυρες να τους κατηγορήσουν για κάτι τέτοιο και αφέθηκαν αμέσως ελεύθεροι.
Όμως ο Τζαμαλής κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε θάνατο δια τυφεκισμού. Ο ίδιος ζήτησε 24ωρη αναβολή της ποινής του για να συναντήσει την γυναίκα του και τα παιδιά του. Το στρατοδικείο αρνήθηκε και δύο ώρες αργότερα εκτελέστηκε δια τυφεκισμού σε ηλικία 30 ετών. Ένδειξη της γενναιότητας του και της αγνής πίστης του μέχρι την τελευταία του στιγμή, ότι έπραξε το καθήκον του στην πατρίδα του, είναι ότι δεν δέχτηκε να του δέσουν τα μάτια μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα. Το νεκρό του σώμα θάφτηκε μέσα στο Νιόκαστρο της Πύλου σε σημείο που ακόμη και σήμερα αποκαλείται «το μνήμα του Τζαμαλή».
Ο Γκρίτζαλης και ο Τζαμαλής είναι οι μοναδικοί ηγέτες της Μεσσηνιακής Επανάστασης που εκτελέσθηκαν. Το στρατοδικείο στη συνέχεια καταδίκασε άλλους σε ποινές φυλάκισης και αρκετούς άλλους τους αθώωσε από τις βαριές κατηγορίες. Με εντολή της κυβέρνησης έγινε και γενικός αφοπλισμός στα επαναστατημένα χωριά και διαταγή να μετακινηθούν τα ορεινά χωριά της Τριφυλίας νοτιότερα. Αφοπλισμός έγινε και στα ορεινά χωριά της Γαράντζας αλλά και στο Ασλάναγα. Μάλιστα εκδικητικά προτάθηκε να καταστραφεί το χωριό και να εκδιωχθούν οριστικά από αυτό οι κάτοικοι, αλλά τελικά ευτυχώς αυτό δεν έγινε ποτέ.
Κυρίες και κύριοι.
Η Μεσσηνιακή Επανάσταση ήταν κυρίως μία κοινωνική επανάσταση που στηρίχθηκε στη λαϊκή οργή για την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση των Ελλήνων της υπαίθρου από το καθεστώς της Βαυαροκρατίας που είχε εγκαθιδρύσει η Αντιβασιλεία του Όθωνα. Αυτή τη λαϊκή δυσαρέσκεια εκμεταλλεύτηκαν τα κόμματα, οι ξένες δυνάμεις, αλλά και η ίδια η κυβέρνηση χρεώνοντας στους εξεγερμένους χωρικούς και τους ηγέτες τους την κατηγορία της «στάσης κατά του Βασιλέως».
Όμως δεν ήταν έτσι. Οι εξεγερμένοι χωρικοί δεν στράφηκαν κατά του Βασιλιά και του πολιτεύματος, αλλά κατά της αδικίας, της ανομίας και της εκμετάλλευσης που ζούσαν από τα όργανα της πολιτείας. Ακόμα και στις επαναστατικές προκηρύξεις τους δεν καταφέρονταν κατά του Όθωνα αλλά δήλωναν υποταγή και σεβασμό στο πρόσωπό του. Του ζητούσαν μάλιστα να αναλάβει αμέσως την εξουσία του επειδή πίστευαν στη δίκαιη βασιλεία του. Το αίτημά τους δεν ήταν η κατάργηση του κράτους και του πολιτεύματος αλλά η σωστή οργάνωση και λειτουργία του. Εκείνο που ζητούσαν ήταν «τα δίκαια των Ελλήνων» όπως είπε ο Ιωάννης Γκρίτζαλης λίγο πριν τον εκτελέσουν. Εκείνο που ζητούσαν οι επαναστάτες της Μεσσηνιακής Επανάστασης ήταν ο σεβασμός των Ελλήνων πολιτών από την κρατική εξουσία και το δικαίωμά τους να ζουν με κοινωνική αξιοπρέπεια ως πολίτες ενός κράτος δικαίου και ευνομίας.
Αυτό ζητούσαν και οι ταλαιπωρημένοι και επαναστατημένοι κάτοικοι του τότε πολύπαθου Ασλάναγα μαζί με τους μπροστάρηδες συμπατριώτες τους Αθανάσιο Κάβδα, Νικήτα Τσίτουρα και κυρίως τον άδικα εκτελεσθέντα ήρωα Αναστάσιο Τζαμαλή ο οποίος έδωσε την ίδια του τη ζωή για το δικαίωμα της κοινωνικής αξιοπρέπειας των συγχωριανών του και όλων των απλών Ελλήνων.
Και για αυτό τους πρέπει εκ μέρους μας το «αιωνία τους η μνήμη».
Σας ευχαριστώ πολύ.























 

Δεν υπάρχουν σχόλια: