10 Ιανουαρίου 2026

Ισχύς, Κυριαρχία και Επιβίωση του Κράτους στο Διεθνές Αναρχικό Σύστημα.Νικόλαος Λ. Μωραΐτης, Ph.D

 “Νεορεαλιστική και συγκριτική προσέγγιση διεθνών συγκρούσεων και γεωπολιτικών ανταγωνισμών στον 21ο αιώνα σε Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο, Βενεζουέλα και Γροιλανδία”

Νικόλαος Λ. Μωραΐτης, Ph.D.

Εισαγωγή

Η θεωρία και η μεθοδολογία των Διεθνών Σχέσεων, ως πεδίο της πολιτικής επιστήμης με επίκεντρο το διεθνές σύστημα, αξιοποιούν ένα σύνολο βασικών εννοιών και θεωρητικών εργαλείων —όπως η ισχύς, η επιρροή, η εξουσία, η νομιμοποίηση, η ολοκλήρωση, η βία, η σύγκρουση και η ισορροπία— με σκοπό την ερμηνεία, την ανάλυση, την αξιολόγηση και την πρόβλεψη της σύνθετης διεθνούς πραγματικότητας [1]. Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η διεθνής κοινωνία και το διαχρονικό δίλημμα που τη διαπερνά: η επιλογή μεταξύ ειρήνης και πολέμου [2].

Οι Διεθνείς Σχέσεις συγκροτούν έναν κατεξοχήν διεπιστημονικό κλάδο [3]. Τα διεθνή φαινόμενα —όπως οι κρίσεις, οι συγκρούσεις, οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων και οι προσπάθειες ειρηνικής διευθέτησης— μπορούν να κατανοηθούν μόνο μέσω μιας πολυεπίπεδης προσέγγισης, που συνδυάζει θεωρητικά εργαλεία και εμπειρικά δεδομένα [4].

Η επιστημολογική εξέλιξη του κλάδου έχει διαμορφωθεί μέσα από σημαντικές θεωρητικές αντιπαραθέσεις, κυρίως μεταξύ Ρεαλισμού και Ιδεαλισμού [5], καθώς και μεταξύ συμπεριφορισμού και κλασικισμού [6]. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, κυρίαρχη θέση στη διεθνολογική σκέψη κατέχουν ο παραδοσιακός ρεαλισμός και ο δομικός ρεαλισμός ή νεορεαλισμός [7].
Στο πλαίσιο αυτό, η ανάλυση αξιοποιεί έννοιες όπως η ισχύς, η επιρροή, η εξουσία, η νομιμοποίηση και η σύγκρουση, προσεγγίζοντας εμπειρικά τις διεθνείς εξελίξεις μέσω της θεωρίας της σχετικότητας [8], που συνδέει τη θεωρία άμεσα με την πράξη.

Σύμφωνα με τον νεορεαλισμό, η διεθνής πολιτική εξελίσσεται μέσα σε ένα αναρχικό διεθνές σύστημα, στο οποίο η απουσία ανώτερης παγκόσμιας αρχής υποχρεώνει τα κράτη να λειτουργούν σε καθεστώς αυτοβοήθειας [9]. Η συμπεριφορά τους δεν απορρέει από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, αλλά από τη δομή του διεθνούς συστήματος και την κατανομή της ισχύος [10].

Ο κλασικός ρεαλισμός, αντίθετα, ερμηνεύει τη διεθνή πολιτική μέσω της ανθρώπινης φύσης και της βούλησης για ισχύ [11]. Σε ένα αναρχικό περιβάλλον, οι αποφάσεις των κρατών αντανακλούν τόσο συστημικούς περιορισμούς όσο και πολιτικές φιλοδοξίες των ηγεσιών τους [12].
Η διεθνής πολιτική αναπτύσσεται σε ένα αναρχικό σύστημα όπου η ασφάλεια, η ισχύς και η αποτροπή καθίστανται κεντρικοί άξονες της κρατικής συμπεριφοράς [13]. Η κυριαρχία αποτελεί θεμελιώδη έννοια, συνδεδεμένη με την ικανότητα ενός κράτους να ασκεί έλεγχο στην επικράτειά του χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις [14].

Η αρχή της αυτοβοήθειας καθιστά αναγκαία τη συνεχή ενίσχυση στρατιωτικών, οικονομικών και πολιτικών δυνατοτήτων για τη διασφάλιση της ασφάλειας [15]. Η ενίσχυση της στρατιωτικής ισχύος συχνά δημιουργεί το δίλημμα ασφαλείας, καθώς τα άλλα κράτη την αντιλαμβάνονται ως απειλή, οδηγώντας σε κλιμάκωση εξοπλισμών [16].

Η επιβίωση των κρατών εξαρτάται από την ικανότητά τους να εξισορροπούν την ισχύ είτε μέσω εσωτερικής ενίσχυσης είτε μέσω συμμαχιών [17]. Ο νεορεαλισμός θεωρεί τα κράτη ορθολογικούς δρώντες που επιδιώκουν πρωτίστως την ασφάλεια και την επιβίωσή τους [18].

Στην καρδιά της διεθνούς πολιτικής βρίσκεται η επιβίωση των κρατών, η οποία εξαρτάται άμεσα από την ικανότητά τους να εξισορροπούν την ισχύ και να προστατεύουν την κυριαρχία τους απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Η έννοια της κυριαρχίας —η δυνατότητα ελέγχου της επικράτειας και η αποτροπή εξωτερικών παρεμβάσεων— αναδεικνύεται ως το πιο κρίσιμο στοιχείο για την κατανόηση των στρατηγικών που υιοθετούν τα κράτη. Η αναγκαιότητα για αυτοβοήθεια, όπως επισημαίνεται στον ρεαλισμό και τον νεορεαλισμό, καθοδηγεί τις ενέργειες των κρατών σε έναν κόσμο αναρχίας, όπου η έλλειψη ανώτερης εξουσίας τους υποχρεώνει να αναπτύξουν τις δικές τους στρατηγικές ισχύος και αποτροπής.

Το διεθνές σύστημα, όπως αναδείχθηκε στην εισαγωγή, είναι δομημένο από την αρχή της αναρχίας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο για τη διαμόρφωση της διεθνούς πολιτικής συμπεριφοράς. Στην καρδιά αυτής της αναρχίας βρίσκεται η επιβίωση των κρατών, η οποία γίνεται εφικτή μέσω της ικανότητάς τους να εξισορροπούν την ισχύ και να προστατεύουν την κυριαρχία τους απέναντι σε εξωτερικές απειλές. Η έννοια της κυριαρχίας, με την οποία συνδέεται άμεσα η δυνατότητα ελέγχου της επικράτειας και η αποτροπή εξωτερικών παρεμβάσεων, αναδεικνύεται ως το πιο κρίσιμο στοιχείο στην κατανόηση των διεθνών σχέσεων και των στρατηγικών που ακολουθούν τα κράτη.

Σύμφωνα με την ρεαλιστική θεωρία, η συμπεριφορά των κρατών καθορίζεται κυρίως από τις δομικές συνθήκες του διεθνούς συστήματος. Η απουσία μιας ανώτερης εξουσίας δημιουργεί ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, όπου τα κράτη, προκειμένου να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους, επιδιώκουν να αποκτούν ισχύ. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της ισχύος δεν περιορίζεται μόνο στη στρατιωτική ισχύ, αλλά επεκτείνεται σε οικονομικές και πολιτικές μορφές δύναμης που συντελούν στην αποτροπή ή την υπεροχή έναντι άλλων κρατών.

Η διεθνής πολιτική αναπτύσσεται μέσα σε ένα διεθνές σύστημα που χαρακτηρίζεται από αναρχία, καθώς δεν υπάρχει ανώτερη παγκόσμια αρχή ικανή να επιβάλει κανόνες και να εγγυηθεί την ασφάλεια των κρατών. Όπως επισημαίνει ο Kenneth Waltz, η αναρχική δομή του διεθνούς συστήματος καθορίζει τη συμπεριφορά των κρατών και τα ωθεί να δρουν με γνώμονα την επιβίωση και την ασφάλειά τους. Σε αυτό το περιβάλλον, τα κράτη αποτελούν τους βασικούς δρώντες και αναλαμβάνουν την ευθύνη της αυτοπροστασίας τους.

Η αναρχική δομή του διεθνούς συστήματος, όπως επισημαίνει ο Kenneth Waltz, αποτελεί την αφετηρία για την κατανόηση της συμπεριφοράς των κρατών και της επιδίωξης της ασφάλειας σε έναν αβέβαιο κόσμο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι θεωρίες του κλασικού ρεαλισμού και του νεορεαλισμού παρέχουν χρήσιμα εργαλεία για την ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής. Ειδικότερα, η έννοια της κυριαρχίας και της ισχύος αποκτά κεντρική σημασία, καθώς τα κράτη επιχειρούν να επιβιώσουν και να διατηρήσουν την πολιτική τους ανεξαρτησία σε έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει ανώτερη εξουσία που να εγγυάται την ασφάλεια. Αυτές οι θεωρητικές προσεγγίσεις οδηγούν στην ανάλυση των στρατηγικών ασφάλειας που υιοθετούν τα κράτη, καθώς και των στρατηγικών ισχύος που καθορίζουν τη συμπεριφορά τους στην παγκόσμια σκηνή.

Σύμφωνα με τον κλασικό ρεαλισμό του Hans Morgenthau, η διεθνής πολιτική διέπεται από τον ανταγωνισμό για ισχύ, καθώς τα κράτη επιδιώκουν να διασφαλίσουν τα εθνικά τους συμφέροντα σε έναν κόσμο αβεβαιότητας. Η κυριαρχία συνδέεται άμεσα με την ικανότητα του κράτους να ασκεί έλεγχο στο έδαφός του και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις. Η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιβίωση του κράτους.

Ο νεορεαλισμός του Waltz δίνει έμφαση όχι στα ανθρώπινα κίνητρα, αλλά στη δομή του διεθνούς συστήματος. Η απουσία κεντρικής εξουσίας οδηγεί τα κράτη σε ένα σύστημα αυτοβοήθειας, όπου η στρατιωτική ισχύς καθίσταται αναγκαίο μέσο ασφάλειας. Η προσπάθεια ενίσχυσης της ισχύος ενός κράτους μπορεί να προκαλέσει το δίλημμα ασφαλείας, καθώς τα υπόλοιπα κράτη αντιδρούν ενισχύοντας τις δικές τους δυνατότητες.

Η επιβίωση των κρατών επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της εξισορρόπησης ισχύος, είτε με εσωτερική στρατιωτική ανάπτυξη είτε με τη σύναψη συμμαχιών. Σε αντίθεση με τον κλασικό ρεαλισμό, ο Waltz υποστηρίζει ότι τα κράτη δεν είναι εγγενώς επεκτατικά, αλλά επιδιώκουν πρωτίστως τη διατήρηση της ασφάλειας και της θέσης τους στο διεθνές σύστημα.

Συνοψίζοντας, τόσο ο Morgenthau όσο και ο Waltz συμφωνούν ότι η αναρχική φύση του διεθνούς συστήματος καθιστά την ισχύ, την κυριαρχία και την αυτοβοήθεια κεντρικά στοιχεία της διεθνούς πολιτικής. Η επιβίωση του κράτους εξαρτάται από την ικανότητά του να προσαρμόζεται στη δομή του συστήματος και να διαχειρίζεται αποτελεσματικά τις απειλές που προκύπτουν σε ένα περιβάλλον μόνιμης αβεβαιότητας.

Το διεθνές σύστημα, σύμφωνα με τη ρεαλιστική σχολή σκέψης στις διεθνείς σχέσεις, χαρακτηρίζεται από αναρχία, δηλαδή από την απουσία μιας ανώτατης εξουσίας που να μπορεί να επιβάλει κανόνες και να εγγυάται την ασφάλεια των κρατών. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιβίωση καθίσταται ο υπέρτατος στόχος κάθε κράτους. Η ρεαλιστική θεωρία προσφέρει ένα αναλυτικό πλαίσιο για την κατανόηση της φύσης του διεθνούς συστήματος, της συμπεριφοράς των κρατών και της έννοιας της κυριαρχίας, υποστηρίζοντας ότι τα κράτη ενεργούν ορθολογικά με βασικό γνώμονα την ασφάλεια και τη διατήρηση της ανεξαρτησίας τους.

Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη θεωρούνται οι κύριοι δρώντες της διεθνούς πολιτικής. Η συμπεριφορά τους διαμορφώνεται από τη δομή του διεθνούς συστήματος και όχι από εσωτερικά χαρακτηριστικά ή ηθικές αρχές. Η απουσία παγκόσμιας κυβερνητικής αρχής δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας και ανασφάλειας, με αποτέλεσμα τα κράτη να μην μπορούν να βασιστούν στην προστασία τρίτων. Αντίθετα, οφείλουν να μεριμνούν τα ίδια για την ασφάλειά τους, γεγονός που καθιστά την ισχύ κεντρικό παράγοντα στις διεθνείς σχέσεις.

Η έννοια της κυριαρχίας αποτελεί θεμελιώδη λίθο της κρατικής υπόστασης στο αναρχικό διεθνές σύστημα. Η κυριαρχία περιλαμβάνει την ικανότητα ενός κράτους να ελέγχει την επικράτειά του, να ασκεί εξουσία στις εσωτερικές του υποθέσεις και να λαμβάνει αποφάσεις χωρίς εξωτερική παρέμβαση. Παράλληλα, εμπεριέχει το δικαίωμα άμυνας της εδαφικής ακεραιότητας και της πολιτικής ανεξαρτησίας. Στη ρεαλιστική προσέγγιση, η κυριαρχία δεν νοείται αποκλειστικά ως νομική αρχή, αλλά ως πρακτική δυνατότητα που συνδέεται άμεσα με την ισχύ.

Το διεθνές σύστημα λειτουργεί ως σύστημα αυτοβοήθειας, στο οποίο κάθε κράτος είναι υπεύθυνο για τη διασφάλιση της επιβίωσής του. Η αυτοβοήθεια προκύπτει από την αναρχική φύση του συστήματος και οδηγεί τα κράτη στην ανάπτυξη στρατιωτικών, οικονομικών και πολιτικών δυνατοτήτων. Η επιδίωξη της ασφάλειας, ωστόσο, συχνά παράγει το λεγόμενο δίλημμα ασφαλείας, σύμφωνα με το οποίο οι αμυντικές ενέργειες ενός κράτους εκλαμβάνονται ως απειλή από άλλα κράτη, προκαλώντας αλυσιδωτές αντιδράσεις και ενδεχόμενες συγκρούσεις.

Ο νεορεαλισμός υποστηρίζει ότι η επιβίωση των κρατών εξαρτάται από την ικανότητά τους να εξισορροπούν την ισχύ στο διεθνές σύστημα. Τα κράτη επιδιώκουν την εξισορρόπηση είτε μέσω της εσωτερικής ενίσχυσης των στρατιωτικών τους δυνατοτήτων είτε μέσω της σύναψης συμμαχιών. Σε αντίθεση με πιο επιθετικές εκδοχές του ρεαλισμού, ο νεορεαλισμός δεν θεωρεί τα κράτη εγγενώς επεκτατικά, αλλά υποστηρίζει ότι η βασική τους επιδίωξη είναι η αποτροπή απειλών και η διατήρηση της ασφάλειας.

Αντίθετα, ο κλασικός ρεαλισμός προσεγγίζει το διεθνές σύστημα με μεγαλύτερη απαισιοδοξία. Υποστηρίζει ότι η αβεβαιότητα και ο φόβος που επικρατούν σε έναν αναρχικό κόσμο ωθούν τα κράτη στη μεγιστοποίηση της ισχύος τους και, όπου είναι δυνατόν, στην περιφερειακή κυριαρχία. Σύμφωνα με αυτή την άποψη, οι συμμαχίες θεωρούνται ασταθείς και ενδεχομένως αναξιόπιστες, γεγονός που ενισχύει τη σημασία της αυτοβοήθειας και της στρατιωτικής ισχύος ως κύριων μέσων διασφάλισης της κυριαρχίας.

Η χρήση στρατιωτικής βίας δεν αποκλείεται στο πλαίσιο του επιθετικού ρεαλισμού, ιδίως όταν ένα κράτος θεωρεί ότι απειλείται η εδαφική του ακεραιότητα. Η κυριαρχία, σε αυτή την προσέγγιση, συνδέεται άμεσα με την ικανότητα ελέγχου της επικράτειας και των στρατηγικών πόρων. Το διεθνές σύστημα αντιμετωπίζεται ως χώρος ανταγωνισμού για ισχύ, όπου η επιβίωση επιτυγχάνεται μέσω της αποτροπής ή της υπεροχής.

Η ρεαλιστική θεωρία μπορεί να εφαρμοστεί και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις κρατικής ασφάλειας, όπως η προστασία της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας στο Αιγαίο. Σε ένα περιβάλλον όπου δεν υπάρχει ανώτερη αρχή να εγγυάται την ασφάλεια, η Ελλάδα οφείλει να βασίζεται σε αξιόπιστες αποτρεπτικές στρατιωτικές δυνατότητες, σε προσεκτικά επιλεγμένες συμμαχίες και σε μια συνεκτική στρατηγική αυτοβοήθειας, ώστε να διασφαλίσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

Συνοψίζοντας, η ρεαλιστική και νεορεαλιστική σχολή σκέψης παρέχουν ένα συνεκτικό θεωρητικό πλαίσιο για την κατανόηση της επιβίωσης των κρατών στο διεθνές αναρχικό σύστημα. Η κυριαρχία, η ισχύς και η ασφάλεια αποτελούν αλληλένδετες έννοιες, ενώ η επιβίωση παραμένει ο κεντρικός στόχος της κρατικής δράσης. Σε έναν κόσμο αβεβαιότητας, η ικανότητα ενός κράτους να προστατεύει την εδαφική του ακεραιότητα και να αποτρέπει απειλές καθορίζει τη θέση και τη βιωσιμότητά του στο διεθνές σύστημα.

Το διεθνές σύστημα συγκροτείται σε ένα πλαίσιο απουσίας ανώτατης ρυθμιστικής αρχής, γεγονός που στη θεωρία των διεθνών σχέσεων αποδίδεται με τον όρο «διεθνής αναρχία». Η συνθήκη αυτή δεν συνεπάγεται έλλειψη τάξης, αλλά ένα σύστημα αυτοβοήθειας, όπου τα κράτη δεν μπορούν να βασιστούν σε εξωτερικές εγγυήσεις ασφάλειας και, ως εκ τούτου, αναλαμβάνουν τα ίδια την ευθύνη της επιβίωσής τους. Η αναρχία παράγει αβεβαιότητα, ενισχύει την καχυποψία και καθιστά την ισχύ κεντρική μεταβλητή της διεθνούς πολιτικής συμπεριφοράς.

Μέσα σε αυτό το δομικό πλαίσιο, η ρεαλιστική και νεορεαλιστική θεωρητική προσέγγιση προσφέρει ένα συνεκτικό ερμηνευτικό σχήμα για την κατανόηση των διεθνών εξελίξεων. Ο κλασικός ρεαλισμός εστιάζει στην ανθρώπινη φύση και στην έμφυτη τάση για επιδίωξη ισχύος, ενώ ο δομικός ρεαλισμός μετατοπίζει την ανάλυση στη δομή του διεθνούς συστήματος και στην κατανομή των πόρων ισχύος. Υπό αυτή την οπτική, οι συγκρούσεις δεν αποτελούν απόκλιση από την κανονικότητα, αλλά προβλέψιμες εκφάνσεις ανταγωνιστικών στρατηγικών ασφάλειας που υιοθετούν τα κράτη σε συνθήκες αναρχίας.

Εμπειρική Ανάλυση Διεθνών Συγκρούσεων
Η διεθνής πολιτική δεν εξελίσσεται σε κενό: οι κρίσεις και οι συγκρούσεις καθορίζονται από ιστορικά, γεωπολιτικά και δομικά δεδομένα [19]. Η θεωρία της σχετικότητας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς και γιατί οι συγκρούσεις διαφέρουν από περιοχή σε περιοχή [20]. Στις πέντε περιοχές – Ουκρανία, Μέση Ανατολή, Ανατολική Μεσόγειο, Βενεζουέλα και Γροιλανδία – οι διεθνείς εξελίξεις διαμορφώνονται από ισορροπίες ισχύος και στρατηγικές επιβίωσης [21].

Ουκρανία: Γέφυρα και Πεδίο Αναμέτρησης
Η σύγκρουση στην Ουκρανία συνιστά χαρακτηριστικό παράδειγμα εφαρμογής του δομικού ρεαλισμού. Η δυναμική της ερμηνεύεται ως συνέπεια της μεταβολής των συσχετισμών ισχύος στο ευρωπαϊκό σύστημα ασφάλειας και της αντίληψης απειλής που προέκυψε από τη διεύρυνση δυτικών θεσμών συλλογικής ασφάλειας προς ανατολάς. Η συμπεριφορά των βασικών δρώντων καθοδηγείται από την αναζήτηση στρατηγικού βάθους, την αποτροπή και τη διατήρηση της περιφερειακής ισορροπίας, επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό ρόλο της ασφάλειας και της επιβίωσης στη νεορεαλιστική ερμηνεία της διεθνούς πολιτικής.

Η κρίση στην Ουκρανία δείχνει πώς η αναρχική δομή του συστήματος καθορίζει τη στρατηγική των κρατών [22]. Η Ουκρανία αποτελεί κρίσιμο σημείο σύγκρουσης μεταξύ Δύσης (ΝΑΤΟ, ΕΕ) και Ρωσίας λόγω γεωστρατηγικής θέσης και ενεργειακών δικτύων [23]. Ο νεορεαλισμός ερμηνεύει τη ρωσική επέμβαση ως προσπάθεια αποτροπής της δυτικής διεύρυνσης [24], ενώ ο κλασικός ρεαλισμός τονίζει τις φιλοδοξίες των ηγεσιών [25]. Και ως προσπάθεια αποτροπής της περαιτέρω διεύρυνσης της δυτικής επιρροής στα σύνορά της, με στόχο τη διασφάλιση της εθνικής της ασφάλειας και της ισορροπίας ισχύος στην περιοχή. Σε καθεστώς αυτοβοήθειας, η ασφάλεια και η επιβίωση καθίστανται πρωτεύουσες προτεραιότητες.

Η Ρωσία, οι ΗΠΑ και η ΕΕ διαμορφώνουν την πολιτική τους σύμφωνα με συστημικές πιέσεις (νεορεαλισμός), ενώ οι φιλοδοξίες των ηγετών επηρεάζουν τις επιλογές τους (κλασικός ρεαλισμός). Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις, οι κυρώσεις και οι συμμαχίες αποτελούν παραδείγματα του πώς η θεωρία εφαρμόζεται στην πράξη.

Μέση Ανατολή: Ενεργειακός και Ιδεολογικός Πόλος
Αντίστοιχα, στη Μέση Ανατολή, το περιφερειακό σύστημα χαρακτηρίζεται από έντονη πολυπλοκότητα και διαρκή αστάθεια, λόγω της συνύπαρξης κρατικών και μη κρατικών δρώντων, των ιδεολογικών και θρησκευτικών αντιπαραθέσεων και των ασύμμετρων μορφών σύγκρουσης. Η ρεαλιστική προσέγγιση αναδεικνύει τη συνεχή επιδίωξη ισχύος και περιφερειακής ηγεμονίας από τους βασικούς δρώντες, καθώς και την αδυναμία συγκρότησης μιας σταθερής ισορροπίας δυνάμεων. Η χρήση βίας και η λογική της αποτροπής παραμένουν κεντρικά εργαλεία διαχείρισης της περιφερειακής ασφάλειας, παρά τις προσπάθειες θεσμικής σταθεροποίησης.

Στη Μέση Ανατολή, το περιφερειακό σύστημα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας και αστάθειας [26], λόγω της συνύπαρξης κρατικών και μη κρατικών δρώντων, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των ασύμμετρων μορφών σύγκρουσης. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα λόγω κρατικών και μη κρατικών δρώντων, ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και ασύμμετρων συγκρούσεων [27]. Ο ρεαλισμός υπογραμμίζει τη διαρκή επιδίωξη ισχύος και περιφερειακής ηγεμονίας [28]. Οι πετρελαϊκοί πόροι, στρατηγικές δίοδοι και η θρησκευτική πολυπλοκότητα καθορίζουν την πολιτική των δρώντων [29].

Στη Μέση Ανατολή, το περιφερειακό σύστημα χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας και αστάθειας [30], λόγω της συνύπαρξης κρατικών και μη κρατικών δρώντων, των ιδεολογικών αντιπαραθέσεων και των ασύμμετρων μορφών σύγκρουσης. Η ρεαλιστική προσέγγιση αναδεικνύει τη διαρκή επιδίωξη ισχύος και περιφερειακής ηγεμονίας [31] από τους βασικούς δρώντες, καθώς και την αδυναμία συγκρότησης μιας σταθερής ισορροπίας δυνάμεων. Η εμπειρική παρατήρηση επιβεβαιώνει ότι η χρήση βίας και η αποτροπή παραμένουν κεντρικά εργαλεία [32] διαχείρισης της περιφερειακής ασφάλειας.

Ανατολική Μεσόγειος: Γεωπολιτική και Ενέργεια
Η Ανατολική Μεσόγειος αποτελεί ένα αναδυόμενο γεωπολιτικό υποσύστημα, στο οποίο η γεωγραφία, η ενέργεια και το διεθνές δίκαιο αλληλεπιδρούν με ανταγωνιστικές στρατηγικές ισχύος. Οι διεκδικήσεις θαλάσσιων ζωνών και η εκμετάλλευση ενεργειακών πόρων λειτουργούν ως εστίες σύγκρουσης συμφερόντων, όπου η ισχύς συνδυάζεται με στρατηγικές αποτροπής, συμμαχιών και χαμηλής έντασης αντιπαραθέσεων. Η περίπτωση αυτή επιβεβαιώνει ότι η σύγκρουση στο διεθνές σύστημα δεν εκδηλώνεται πάντοτε με άμεση στρατιωτική βία, αλλά συχνά λαμβάνει πιο έμμεσες και ελεγχόμενες μορφές.

Η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύει πώς η γεωπολιτική και οι ενεργειακοί πόροι καθορίζουν τη στρατηγική των κρατών [33]. Η Τουρκία, η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ διαμορφώνουν πολιτικές με γνώμονα την ασφάλεια, την επιρροή και την ισορροπία ισχύος. Ο νεορεαλισμός εξηγεί τις επιλογές ως συνέπεια συστημικών πιέσεων[34], ενώ ο κλασικός ρεαλισμός επισημαίνει τις εθνικές φιλοδοξίες και τις αποφάσεις των ηγεσιών. Η ανάλυση μπορεί να ενσωματώσει ενεργειακά σχέδια, στρατιωτικές ασκήσεις, διπλωματικές πρωτοβουλίες και περιφερειακές συμμαχίες. Εδώ, ο νεορεαλισμός αποτυπώνεται στην προσπάθεια εξισορρόπησης ισχύος, όπου οι περιφερειακές και οι μεγάλες δυνάμεις επιχειρούν να διασφαλίσουν την πρόσβαση σε ενεργειακά αποθέματα και στρατηγικά σημεία, ενώ παράλληλα επιδιώκουν την αποτροπή μονομερούς κυριαρχίας.

Βενεζουέλα: Κρίση, Πόροι και Διεθνείς Συγκρούσεις
Οι εσωτερικές κρίσεις συνδέονται με διεθνείς πιέσεις και περιφερειακή κατανομή ισχύος [35]. Η επιβίωση βασίζεται σε οικονομικές και διπλωματικές στρατηγικές, ενώ οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις ασκούν πίεση [36]. Η Βενεζουέλα, με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου, αποτελεί παράδειγμα διεθνοποίησης της περιφερειακής αστάθειας [37].

Το κράτος επιδιώκει την επιβίωσή του μέσω οικονομικών και διπλωματικών στρατηγικών, ενώ οι ΗΠΑ και άλλες δυνάμεις επηρεάζουν την περιοχή μέσω κυρώσεων και πολιτικής πίεσης. Ο νεορεαλισμός εξηγεί τις κινήσεις ως αποτέλεσμα της αναρχίας και των δομικών περιορισμών [38], ενώ ο κλασικός ρεαλισμός αναδεικνύει τις πολιτικές φιλοδοξίες των ηγεσιών[39]. Η ανάλυση μπορεί να περιλάβει δεδομένα για την οικονομική κρίση, τις πολιτικές αποφάσεις και τις διεθνείς αντιδράσεις. Η Βενεζουέλα, με τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, αποτελεί παράδειγμα περιφερειακής αστάθειας που διεθνοποιείται μέσω του ανταγωνισμού ΗΠΑ–Ρωσίας και Κίνας. Ο νεορεαλισμός δείχνει πώς η επιδίωξη πρόσβασης στους ενεργειακούς πόρους και η πολιτική επιρροή στον νοτιοαμερικανικό χώρο μεταφράζονται σε παρεμβάσεις και εξισορροπήσεις ισχύος.

Η περίπτωση της Βενεζουέλας προσφέρει ένα συμπληρωματικό εμπειρικό παράδειγμα ρεαλιστικής στρατηγικής εξαναγκασμού σε περιφερειακό επίπεδο. Η διεθνοποίηση της εσωτερικής κρίσης της χώρας συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική σημασία των ενεργειακών της πόρων και τον ανταγωνισμό μεγάλων δυνάμεων για επιρροή στη Λατινική Αμερική. Η αμερικανική πολιτική εκφράστηκε κυρίως μέσω οικονομικών κυρώσεων, διπλωματικής απονομιμοποίησης και έμμεσης απειλής χρήσης βίας, επιβεβαιώνοντας ότι η ισχύς και η ασφάλεια παραμένουν καθοριστικές ακόμη και σε περιβάλλοντα χαμηλής στρατιωτικής έντασης.

Γροιλανδία: Η Νέα Αρένα του Νεορεαλισμού
Η Γροιλανδία αναδεικνύεται σε νέα αρένα νεορεαλιστικού ανταγωνισμού, παρά τον φαινομενικά περιφερειακό και απομακρυσμένο χαρακτήρα της. Η γεωγραφική της θέση μεταξύ Βόρειας Αμερικής και Ευρώπης, η φιλοξενία κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και τα σημαντικά αποθέματα φυσικών πόρων την καθιστούν αντικείμενο στρατηγικού ενδιαφέροντος για τις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και τη Ρωσία. Η εντεινόμενη αρκτική δραστηριότητα και ο ανταγωνισμός για πρόσβαση σε πρώτες ύλες και στρατηγικές διαδρομές εντάσσονται στη νεορεαλιστική λογική του ανταγωνισμού για γεωγραφικά κρίσιμα σημεία σε έναν πολυπολικό κόσμο.

Η στρατηγική θέση και τα φυσικά αποθέματα καθιστούν τη Γροιλανδία σημείο ανταγωνισμού [40]. Η Κίνα επενδύει στην Αρκτική, ενώ οι ΗΠΑ θεωρούν κρίσιμη τη βάση Pituffik [41], όπου λειτουργεί σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για βαλλιστικούς πυραύλους. Η δυναμική εντάσσεται στη νεορεαλιστική λογική ανταγωνισμού για στρατηγικά και γεωγραφικά κρίσιμα σημεία³⁶. Επιπλέον, διαθέτει σημαντικά αποθέματα μη εκμεταλλευμένων φυσικών πόρων (πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σιδηρομετάλλευμα, χρυσό και σπάνιες γαίες), που καθιστούν τη Γροιλανδία αντικείμενο ανταγωνισμού μεταξύ μεγάλων δυνάμεων.

Η Κίνα αυξάνει σταδιακά τις επενδύσεις της στην Αρκτική και ειδικά στη Γροιλανδία, στοχεύοντας στον έλεγχο ενεργειακών πόρων και στρατηγικών διαδρομών. Οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, βλέπουν τη Γροιλανδία ως κρίσιμο σημείο εθνικής ασφάλειας και τεχνολογικής κυριαρχίας. Αυτή η δυναμική εντάσσεται στη νεορεαλιστική λογική του ανταγωνισμού [42]για γεωγραφικά και στρατηγικά κρίσιμα σημεία, τα οποία προσφέρουν αμυντικά πλεονεκτήματα και πρόσβαση σε φυσικούς πόρους απαραίτητους για την τεχνολογική και ενεργειακή κυριαρχία σε έναν πολυπολικό κόσμο

Επίλογος

Η συγκριτική αποτίμηση των παραπάνω περιπτώσεων αναδεικνύει τη χρησιμότητα της θεωρίας της σχετικότητας ως μεθοδολογικού εργαλείου, επιτρέποντας την κατανόηση των διεθνών εξελίξεων ως προϊόντων συγκεκριμένων ιστορικών, γεωπολιτικών και δομικών συνθηκών. Οι συγκρούσεις δεν εξελίσσονται με ενιαίο τρόπο, αλλά λαμβάνουν διαφορετικές μορφές ανάλογα με το περιφερειακό πλαίσιο, τους διαθέσιμους πόρους και τις αντιλήψεις απειλής των εμπλεκόμενων δρώντων.

Συμπερασματικά, η εφαρμογή της θεωρίας και μεθοδολογίας των Διεθνών Σχέσεων στις περιπτώσεις της Ουκρανίας, της Μέσης Ανατολής, της Ανατολικής Μεσογείου, της Βενεζουέλας, και της Γροιλανδίας καταδεικνύει ότι η διεθνής πολιτική δομείται γύρω από σχετικές ισορροπίες ισχύος, ανταγωνιστικά συμφέροντα και διαρκείς στρατηγικές επιβίωσης. Το δίλημμα ειρήνης ή πολέμου δεν συνιστά ηθική ή συγκυριακή επιλογή, αλλά δομικό χαρακτηριστικό του διεθνούς συστήματος, όπως αυτό ερμηνεύεται από το νεορεαλιστικό παράδειγμα.

Νικόλαος Λ. Μωραΐτης. Ph.D.

Πανεπιστήμιο Καλιφόρνιας, Berkeley

Διεθνείς Σχέσεις, Εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ,

Συγκριτική πολιτική, Επανάσταση & Αντεπανάσταση

Εξέλιξη Παγκοσμίου πολιτικοοικονομικού και 

Κοινωνικού Συστήματος.

Υποσημειώσεις

1. Waltz, K. (1979). Theory of International Politics.

2. Morgenthau, H. (1948). Politics Among Nations.

3. Keohane, R. O. (1986). Neorealism and Its Critics.

4. Bull, H. (1977). The Anarchical Society.

5. Doyle, M. W. (1986). American Political Science Review, 80(4), 1151–1169.

6. Almond, G. A., & Powell, B. (1966). Comparative Politics.

7. Waltz, K. (1979). κεφ. 5.

8. Snidal, D. (1985). The Relative Gains ProblemInternational Studies Quarterly, 29(2), 179–204.

9. Waltz, K. (1979).

10. Ibid.

11. Morgenthau, H. (1948).

12. Jervis, R. (1978). Cooperation Under the Security DilemmaWorld Politics, 30(2), 167–214.

13. Waltz, K. (1979).

14. Krasner, S. (1999). Sovereignty: Organized Hypocrisy. Princeton University Press.

15. Waltz, K. (1979).

16. Herz, J. (1950). Idealist Internationalism and the Security Dilemma. World Politics, 2(2), 157–180.

17. Waltz, K. (1979).

18. Mearsheimer, J. J. (2001). The Tragedy of Great Power Politics.

19. Lake, D. A., & Powell, R. (1999). Strategic Choice and International Relations.

20. Snidal, D. (1985).

21. Ibid.

22. Allison, G., & Zelikow, P. (1999). Essence of Decision.

23. Freedman, L. (2014). Ukraine and the Art of Strategy.

24. Waltz, K. (1979).

25. Morgenthau, H. (1948).

26. Gause, F. (2010). The International Relations of the Persian Gulf.

27. Waltz, K. (1979).

28. Ibid.

29. Mearsheimer, J. J. (2001).

30. Morgenthau, H. (1948).

31. Corrales, J., & Penfold, M. (2011). Dragon in the Tropics: Venezuela.

32. Ibid.

33. Ibid.

34. Lasserre, F. (2015). Arctic Politics and Geostrategy.

35. Government of the United States (2019). Presidential Statement on Greenland.

36. Waltz, K. (1979).

37. Mearsheimer, J. J. (2001).

38. Waltz, K. (1979).

39. Herz, J. (1950).

40. Snidal, D. (1985).

Βιβλιογραφία 

Α. Θεωρία Διεθνών Σχέσεων & Ρεαλισμός / Νεορεαλισμός

1. Morgenthau, H. J. (1948). Politics Among Nations: The Struggle for Power and Peace. 5th ed. New York, NY: Alfred A. Knopf. — Κλασική εισαγωγή στον πολιτικό ρεαλισμό.

2. Waltz, K. N. (1979). Theory of International Politics. NewYork, NY: McGrawHill. — Κύριο έργο νεορεαλισμού που επαναπροσδιορίζει τη διεθνή αναρχία ως δομικό παράγοντα συμπεριφοράς κρατών. 

3. Waltz, K. N. (1959). Man, the State, and War: A Theoretical Analysis. New York, NY: Columbia UniversityPress. — Θεωρεί τρεις «εικόνες» ανάλυσης στη διεθνή πολιτική. 

4. Carr, E. H. (1939). The Twenty Years’ Crisis 19191939: An Introduction to the Study of International Relations. London: Macmillan. — Προσέγγιση που ανέδειξε τηναντιπαράθεση ρεαλισμού–ιδεαλισμού. 

5. Mearsheimer, J. J. (2001). The Tragedy of Great Power Politics. New York, NY: W. W. Norton & Company. — Ανάλυση της «επιθετικής ρεαλιστικής» προσέγγισης στη διεθνή ισχύ. 

6. Bull, H. (1977). The Anarchical Society: A Study of Order in World Politics. London: Macmillan. — Για την έννοια της «αναρχίας» και διεθνούς τάξης.

7. Keohane, R. O., & Nye, J. S. (1977). Power and Interdependence. Boston, MA: Little & Brown. — Θεωρείπολύπλοκη αλληλεξάρτηση πέρα από απλή ισχύ.

8. Keohane, R. O. (1986). Neorealism and Its Critics. New York, NY: Columbia University Press. — Συζήτησηνεορεαλισμού και κριτικών του.

9. Jervis, R. (1976). Perception and Misperception in International Politics. Princeton, NJ: Princeton UniversityPress. — Πώς αντιλαμβάνονται τα κράτη απειλές, σχετικό με το δίλημμα ασφαλείας.

10. Gilpin, R. (1981). War and Change in World Politics. Cambridge: Cambridge University Press. — Ανάλυση για ισχύ, πόλεμο και σύστημα διεθνών σχέσεων.

11. Wendt, A. (1999). Social Theory of International Politics. Cambridge: Cambridge University Press. — Κριτική στις υλιστικές προσεγγίσεις και έμφαση σε ιδέες/κανόνες. 

Β. Συμπληρωματικά Θεωρητικά / Μεθοδολογικά Έργα

12. Mingst, K. A., ArreguínToft, I. M., & McKibben, H. E.(2021). Essentials of International Relations, 9th ed. New York, NY: W. W. Norton & Company. — Εισαγωγή στιςβασικές θεωρίες IR.

13. Sørensen, G., Møller, J., & Jackson, R. (2021). Introduction to International Relations Theories and Approaches. Oxford: Oxford University Press. — Ανάλυσητων βασικών σχολών IR.

14. Baylis, J., Smith, S., & Owens, P. (eds.) (2017). The Globalization of World Politics: An Introduction to International Relations. Oxford: Oxford University Press. — Συλλογικό εγχειρίδιο με εκτενή θεώρηση θεμάτων ασφαλείας, ισχύος και διεθνούς συστήματος.

15. Lebow, R. N. (2003). The Tragic Vision of Politics: Ethics, Interests and Orders. Cambridge: Cambridge University Press. — Αναστοχασμοί πάνω στη ρεαλιστικήσκέψη.

Γ. Εμπειρικές Μελέτες για Περιπτώσεις & Γεωπολιτική

16. Allison, R. (2014). Russian deniable intervention in Ukraine: how and why Russia broke the rules. Chatham House (Royal Institute of International Affairs). — Ανάλυση ρωσικής στρατηγικής στην Ουκρανία. 

17. Biersack, J., & O’Lear, S. (2013). The Geopolitics of Russia’s Annexation of Crimea: Narratives, Identity, Silences, and EnergyEurasian Geography and Economics, 55(3). — Γεωπολιτική ανάλυση κρίσης Ουκρανίας. 

18. Filis, C., Dimopoulos, D., & Karagiannopoulos, P.D.(2014). The Implications of the Ukrainian Crisis in the International System and the choices of the parties involved. Institute of International Relations, PanteionUniversity. — Συνολική μελέτη κρίσης Ουκρανίας. 

19. Godzimirski, J. M. (2007). Russian National Security Concept 1997 and 2000: A Comparative AnalysisEuropean Security, 9(4). — Ανάλυση ασφάλειας ρωσικήςεξωτερικής πολιτικής. 

20. OrtollandD. (2025). Αποσταθεροποίηση στην Αρκτική: πόλεμος στην Ουκρανία και αμερικανικές διεκδικήσειςLeMonde diplomatique – Ελληνική έκδοση. — Γεωπολιτική ανάλυση Αρκτικής και κρίσης.

21. Protagon Team. (2024). Ουκρανία, Μέση Ανατολή: Πώς θα τερματιστούν οι πόλεμοι (συνολική αξιολόγηση γεωπολιτικών τάσεων). 

22. Geopolitico.gr. (2024). Η Γεωπολιτική Κατάσταση στη Μέση Ανατολή και οι Επιπτώσεις της στην Κύπρο: Ενέργεια, Ασφάλεια και Διπλωματία. — Σύγχρονη εκτίμηση περιφερειακών δυναμικών. 

Δ. Κλασικά Θεωρητικά Κείμενα και Συλλογές

23. KissingerH. (1994). Diplomacy. New York, NY: Simon& Schuster. — Σφαιρική ιστορία γεωπολιτικής και αποστολής διπλωματίας. 

24. Hudson, V. M. (2014). Foreign Policy Analysis: Classic and Contemporary Theory. Lanham, MD: Rowman & Littlefield. — Θεωρητικές προσεγγίσεις λήψηςαποφάσεων.

25. Wohlforth, W. C. (1999). «The Stability of a Unipolar World», International Security, 24(1). — Σχολιασμόςισχύος και διεθνούς τάξης.

Ε. Δευτερεύουσες Πηγές και Συλλογές

26. Baylis, J. et al. (2017). Strategy in the Contemporary World: An Introduction to Strategic Studies. Oxford: Oxford University Press. — Σπουδές στρατηγικής και ασφάλειας.

27. Mingst, K. A. (2019). Essentials of International Relations. (αναφορές σύγχρονων εξελίξεων).

28. Schweller, R. L. (1998). Deadly Imbalances: Tripolarityand Hitler’s Strategy. New York: Columbia UniversityPress. — Θεωρητική συζήτηση για εξισορρόπηση ισχύος και στρατηγικές.

29. Snyder, J. (1991). Myths of Empire: Domestic Politics and International Ambition. Ithaca, NY: Cornell UniversityPress. — Επιρροές εξωτερικής πολιτικής από εσωτερικούς παράγοντες.

30. Jackson, R., & Sørensen, G. (2016). Introduction to International Relations: Theories and Approaches. Oxford: Oxford University Press. — Επισκόπηση βασικών σχολών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: