27 Μαρτίου 2024

ΣΤΗ ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΠΟΤΑΜΟΥ ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟ ,ΣΠΥΡΟΥ ΧΑΡΑΛΜΠΟΠΟΥΛΟΥ ΣΕΛ.101-130

Έτσι με συνοπτικές διαδικασίες ο Σάμι ¨μπήκε¨ στο ανοιχτό γκέτο της πόλης και βρέθηκε συγκάτοικος με άλλον έναν ράφτη από το εργοστάσιο. Ο ράφτης του έπιασε κουβέντα μετά τις συστάσεις, του είπε κάποια από τα μυστικά της δουλειάς και τον ρώτησε πώς βρέθηκε εκεί.

Ήταν φανερό ότι ήταν ¨άνθρωπος¨ του Μόουζες.

Ο Σάμι του είπε ό,τι έγραφαν τα πλαστά χαρτιά από τη Ζαβιέρτσι, τίποτα παραπάνω και ξάπλωσε ανήσυχος για το ¨αύριο¨, κοιμήθηκε ελάχιστα εκείνο το βράδυ,

Την άλλη ημέρα, παρότι Σάββατο, ο Μόουζες τον παρουσίασε στο Συμβούλιο και ζήτησε να καταχωρηθεί στην Κοινότητα με την ιδιότητα του εξειδικευμένου ράφτη παντελονιών.

Όταν έφυγε από το Ολκούζ απείχε 28 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή από το Μόρντζεϊοφ,  όταν έφτασε στο Χρζάνοβ απείχε 20 χιλιόμετρα σε ευθεία από το σπίτι που ¨φιλοξενούσε τη μάνα του και την κόρη του. αυτό δεν το ήξερε ούτε μπορούσε να το διανοηθεί ο Σάμι.

Αυτός σκεφτόταν για τους δικούς του μόνο ένα πράγμα: «Πού να είναι;»

Τη Δευτέρα, όταν γύριζε από το εργοστάσιο, παρατήρησε μια κινητικότητα στο γκέτο και μια νευρικότητα στους διαβάτες που συνάντησε. Ο συγκάτοικος του είπε ότι ¨μάζευαν¨ κόσμο οι Γερμανοί σε συνεργασία με τον Moszek Merin (ο επικεφαλής του Κεντρικού Γραφείου όλων των Εβραϊκών Συμβουλίων της Α. Σιλεσίας), αλλά αυτός να μην ανησυχεί!

«Μαζεύουν κόσμο, δηλαδή;» απόρησε ο Σάμι!

«Έλα ρε φίλε που δεν ξέρεις! Για αυτό δεν την κοπάνησες από το Ολκούζ;» του απάντησε, ρωτώντας τον, ο ράφτης. ο Σάμι έμεινε με το στόμα ανοιχτό και τον σιχάθηκε.

«Τι χάσκεις ως βλάκας. Το Σάββατο μάζεψαν 1.000 άτομα εκεί πάνω. Γέμισαν ένα τρένο για την Ανατολή» του ξεφούρνισε το μαντάτο ο  ράφτης.

«Κάνεις πως δεν το ξέρεις, τι είσαι η αθώα περιστερά;» τον ειρωνεύτηκε ο ράφτης!

Έδωσε τόπο στην οργή ο Σάμι. του είπε πολύ σοβαρά πως δεν  ήξερε τίποτα για ό,τι έγινε, πως δεν τον ενδιαφέρει καθόλου αν τον πιστεύει ή όχι, πως λυπόταν πολύ για όσους ¨έφευγαν¨ για το πουθενά και φοβόταν για την τύχη του λαού τους!

Έφαγε ένα κομμάτι ψωμί, πλύθηκε, του γύρισε την πλάτη και ξάπλωσε.

 Έκλαιγε από χαρά που γλύτωσε και έκλαιγε από φόβο για τους δικούς του!

Μα τι ρόλο είχε ο ¨επιστάτης¨ και ποιον ο Μόουζες στη ζωή του σκεφτόταν όλη τη νύχτα! Δεν ήξερε την απάντηση, όπως δεν ήξερε γιατί αναρωτιόταν εκείνη τη νύχτα.

Μέχρι την επόμενη Δευτέρα 3.000 Εβραίοι της πόλης πήραν το δρόμο για την Ανατολή, άλλοι θα πήγαιναν για καταναγκαστικά έργα μα οι περισσότεροι θα κατέληγαν στα εργοστάσια θανάτου που είχαν στηθεί η στήνονταν για την επόμενη φάση της τραγωδίας.

Μετά από δέκα ημέρες άλλα 1.500 άτομα, γυναικόπαιδα και ανήμποροι, ταξίδεψαν στο ¨Ναό του Θανάτου¨, στο Άουσβιτς.

Έμειναν πίσω οι υγιείς άντρες που θα συνέχιζαν να δουλεύουν παράγοντας στολές και προϊόντα από καουτσούκ για το στρατό. για το στρατό που τους σκότωνε!

Και αυτό τρέλαινε τον Σάμι και, ταυτόχρονα τον έκανε να κλαίει που δεν ήξερε τίποτα για την τύχη των δικών του: «Που να είναι άραγε;» σκεφτόταν και ο εφιάλτης με τα αναπάντητα  ¨Γιατί;¨  τον στοίχειωνε πάλι και πάλι!

Ο Σάμι έραβε στολές και δε μιλούσε πια σε κανέναν.

Ο Μόουζες δεν ενδιαφερόταν πια για αυτόν.  έτσι ο Σάμι βρήκε την ευκαιρία κι άλλαξε δωμάτιο, ξεφορτώθηκε τον απαίσιο ράφτη  και συγκατοικούσε πια με άλλους δυο άντρες από το εργοστάσιο του Ρόσνερ.

Άντρες που έκλαιγαν και αυτοί  για τα βάσανα του λαού τους. Αυτό γαλήνευε την ψυχή του, απάλυνε τον πόνο του, ατσάλωνε τη θέλησή του να ζήσει και να βρει τους δικούς του.

Στις 18 Φεβρουαρίου του 1943 μια παγωμένη Πέμπτη η εβραϊκή κοινότητα του Χρζάνοβ και των γύρω χωριών έπαψε να υπάρχει.

Γυναίκες, παιδιά και ηλικιωμένοι ¨ταξίδεψαν¨ στο γειτονικό Άουσβιτς.

Όσοι μπορούσαν ακόμα να εργαστούν μοιράστηκαν στα εργοτάξια της Άνω Σιλεσίας και πολλοί βρέθηκαν στο στρατόπεδο του Μισλόβιτσε για νέα  διαλογή και μεταφορά, έτσι ο Σάμι δεν ήταν ανάμεσά στου ταξιδιώτες του θανάτου.

Ο Σάμι βρέθηκε στο Μισλόβιτσε σε μόλις ένα χιλιόμετρο απόσταση από το Μόρντζεϊοφ!

Θα ξαναβρισκόταν εκεί μετά από δυο ολόκληρα χρόνια!

Ο πόλεμος θα συνεχιζόταν και γι αυτόν!

Και μαζί του η βασανιστική άγνοια για τους δικούς του!

Οι Γερμανοί είχαν κατορθώσει να δημιουργήσουν στο μυαλό και την ψυχή των Εβραίων κρατουμένων τους την απλή αλλά εφιαλτική εξίσωση: άγνοια (= αγωνία)!


Όταν έφυγε από την Πράγα ο Λούκας γύρισε στο Κατοβίτσε και κυκλοφορούσε για πολλούς μήνες ως χριστιανός με τα πλαστά χαρτιά που ταξίδεψε με την Ταβιθά.

Η αντιστασιακή δουλειά του ήταν επίπονη, δύσκολη και απαιτητική πνευματικά. Δεν επέτρεπε το παραμικρό λάθος και έπρεπε να ελίσσεται και να ισορροπεί ανάμεσα σε πολύ ανήθικους, μοχθηρούς και αποφασισμένους ανθρώπους. αποφασισμένους να προκαλέσουν πόνο για να πλουτίσουν.

Ο Λούκας έψαχνε και ξετρύπωνε τους αργυρώνητους  ¨κυνηγούς¨, τους καταδότες των Εβραίων και των Πολωνών που τους βοηθούσαν!

Βρέθηκε άλλη μια φορά στην Πράγα ο Λούκας, όταν οι συνθήκες για την αδερφή του, τη θεία του και τον μικρό Ιακώβ έγιναν τραγικές.

Όταν τα τρόφιμα σπάνιζαν και ήταν πανάκριβα, αλλά κυρίως όταν ο κίνδυνος της κατάδοσης έκανε το φόβο των δύο γυναικών ανυπόφορο.

Οι Τσέχοι είχαν δεχτεί τους Γερμανούς αρκετά φιλικά και οι Σουδήτες-οι Γερμανοί μειονοτικοί στη Τσεχία- που τώρα είχαν το πάνω χέρι στη χώρα ήταν ένας διαρκής και χωρίς τέλος κίνδυνος για όποιον βοηθούσε Εβραίους.

Είχαν αλλάξει σπίτι και γειτονιά οι δύο γυναίκες, αλλά η προμήθεια των τροφίμων ήταν η πιο επικίνδυνη διαδικασία για την Ταβιθά και τη θεία της.

Και μετά ο Λούκας χάθηκε.

Όπως αναφέραμε, κυνηγός προδοτών ήταν ο Λούκας  στα πλαίσια της Bund.

Ήταν σταθερός χαρακτήρας. προσηλωμένος πάντα στο στόχο του, πίστευε απόλυτα στις μαρξιστικές ιδέες, μα κυρίως ήταν αδίστακτος με τους εχθρούς των Εβραίων.

Γερμανοί και Πολωνοί δολοφόνοι Εβραίων βρέθηκαν συχνά  στο σκόπευτρο του πιστολιού του και ποτέ δε δίστασε να πατήσει τη σκανδάλη.

Έμεινε για 4 χρόνια ¨αόρατος¨ στον εχθρό, γιατί ελάχιστοι ήξεραν πως κυκλοφορούσε με πλαστά χαρτιά, όλοι πίστευαν πως του ήταν άχρηστα λόγω της καθαρά Άριας  εμφάνισής του. με αυτό το δεδομένο κανείς δεν ήταν σε θέση γνωρίζει και να ¨δώσει¨ το ¨πλαστό¨ του όνομα στον εχθρό.

Στη Bund το συνθηματικό του ¨όνομα¨ ήταν ένας αριθμός, το 1195, που δήλωνε την ημερομηνία γέννησής του (1 – 5 – 1919)!

Και ήταν ικανός, ατρόμητος και συνάμα πολύ τυχερός, ώστε στην επόμενη φάση του αντιστασιακού αγώνα τον έριξαν στα βαθιά.

Ο Λούκας έζησε από πολύ κοντά τη δυστυχία στα μεγάλα γκέτο, έζησε από πολύ κοντά την αγωνία του θανάτου την επόμενη ημέρα, έζησε από πολύ κοντά τον αποχαιρετισμό των γονέων και παιδιών και από τις δύο πλευρές: το αντίο στους υπερήλικες ή άρρωστους γονείς σου και ταυτόχρονα ή μετά από λίγες ημέρες το στερνό αντίο στα μικρά σου παιδιά, στα δικά σου παιδιά!

Και γιατί όλος αυτός ο πόνος; «Για να ζήσετε εσείς οι υγιείς νέοι» -όπως διαλαλούσε ένας ανεκδιήγητος και κατάπτυστος Εβραίος, ο Χάιμ Ρουμκόφσκι, το αφεντικό του γκέτο στο Λουτζ- «Δώστε μου τα παιδιά σας και τους αρρώστους».[1]

Πώς είναι να ζητάς από ένα Λαό γαλουχημένο με τις Ιερές Γραφές του να βρεθεί στην ίδια θέση με αυτή του Πατριάρχη του Αβραάμ; Πόσο μοχθηρό είναι να ζητάς από χιλιάδες ανθρώπους να θυσιάσουν τα παιδιά τους και να δουν την Πίστη τους να καταρρέει, να τους κάνεις να αμφισβητήσουν τα Όσια και τα Ιερά τους;

Ο Ισαάκ ήταν το ¨παιδί της Υπόσχεσης¨ του Θεού  στο Λαό Του και τώρα οι απαίσιοι ναζί ζητούσαν υπακοή -¨Θέλει ο Θεός κ’ επιθυμά …¨,  έγραφε ένας Κρητικός ποιητής τον 17ο αιώνα,  πως γροίκησε ο Άγγελος  Κυρίου στον Αβραάμ- τώρα οι Γερμανοί υποκαθιστούσαν αυτοί το Θεό χωρίς όμως να έχουν το έλεος και την καλοσύνη Του.  και ήταν οι άμοιροι Εβραίοι  που έπρεπε ¨να προσφέρουν τα παιδιά τους σε ολοκαύτωμα¨, χωρίς την υπόσχεση της σωτηρίας αυτή τη φορά![2]

Οι Γερμανοί δεν έδιναν υποσχέσεις, δολοφονούσαν!
.

Έπρεπε, λοιπόν, η Bund και από δίπλα η Εβραϊκή Εθνική Επιτροπή να δράσουν: να βρουν οικογένειες που θα μπορούσαν να κρύψουν μερικά από τα μικρά παιδιά, να βρουν χρήματα, να φτιάξουν πλαστά χαρτιά, να πάνε κόντρα στη θέληση και στα πρέπει των σύγχρονων ¨Θεών¨ … και ταυτόχρονα να διαχειριστούν τον πόνο όσων έμεναν πίσω για να εργαστούν για τη στρατιωτική νίκη των Γερμανών που δε θα οδηγούσε στη σωτηρία!

Ή έπρεπε η οργάνωση και τα μέλη της να είναι απλοί παρατηρητές της πρώτης έκπληξης, της μετατροπής της σε ανείπωτο σπαραγμό και εν τέλει της παθητικής, πλήρους αποδοχής του ¨αναπόφευκτου¨ ;

Έπρεπε, γενικότερα,  οι αντιστασιακοί να δίνουν ελπίδα στους μελλοθάνατους; Έπρεπε να τους κρατούν ήρεμους μέσα στις αυταπάτες τους μέχρι τον σίγουρο θάνατό τους;

Ή έπρεπε να τους ξεσηκώσουν σε μια απεγνωσμένη και καταδικασμένη αντίσταση;

Η μόνη οργάνωση που ¨απάντησε¨ θετικά στο ερώτημα του ξεσηκωμού ήταν η Bund και ο Λούκας ήταν ένας από τους πρώτους που αγωνίστηκε για αυτό. Ξαναζωντάνευαν οι καβγάδες που είχαν με τον Σάμι για τη διαφορά οπτικής του μέλλοντος, αλλά τώρα ήταν πλέον ζήτημα ζωής και θανάτου και όχι απλές κουβέντες για ένα μακρινό, αόριστο μέλλον.

Τι έπρεπε να κάνουν με τους Εβραίους της Δυτικής Ευρώπης που έφταναν με τα τρένα κατά χιλιάδες στα υπερπλήρη γκέτο και ζητούσαν σπίτι με μπάνιο και κουζίνα οι άμοιροι. Πώς να διαχειριστούν την απελπισία τους; Δεν είχαν τίποτα να κάνουν και τίποτα να φάνε.

Αυτοί ήταν άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, χωρίς την παραμικρή γνωριμία, χωρίς την εσωτερική μα κι εξωτερική δύναμη να αντέξουν τη φρικτή πραγματικότητα, του Λουτζ, της Βαρσοβίας, του Λούμπλιν, της Κρακοβίας.

Ο Λούκας ως κομμουνιστής, ως ενεργός κομμουνιστής, ήταν διεθνιστής, δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους από τον τόπο καταγωγής τους. κι έτσι όπως νοιαζόταν για την αδερφή του, νοιαζόταν για τους Πολωνούς Εβραίους και τώρα θα νοιαζόταν –όσο του περνούσε από το χέρι- και για τους Εβραίους της Ευρώπης.

 Την ίδια περίοδο το άλλο τεράστιο γκέτο, αυτό στη Βαρσοβία όπου 400.000 άτομα συνωστίζονταν σε ελάχιστο χώρο υπό πανάθλιες συνθήκες, δέχεται την ίδια πίεση.

«Όλοι οι μη παραγωγικοί Εβραίοι θα μεταφερθούν ανατολικά. … να παρουσιαστούν στα εξής σημεία …» έλεγαν οι αφίσες των Γερμανών.

Ήταν πρωί Τετάρτης της 22ας Ιουλίου 1942 και μέχρι τις 4 το απόγευμα έπρεπε να έχουν ¨φορτωθεί¨ στα τρένα 6.000 μη παραγωγικά κομμάτια!

Ο Λούκας ήταν από εβδομάδες πριν στη Βαρσοβία. Προσπαθούσαν μαζί με άλλους συντρόφους από την Bund να αφυπνίσουν το έγκλειστο πλήθος. Μάταιος κόπος.

Οι τρεις Αστυνομίες που επέβλεπαν το γκέτο –η γερμανική, η πολωνική και η εβραϊκή- είχαν το ελεύθερο να πυροβολούν τους πάντες με την παραμικρή αφορμή. Ειδικά όποιοι προσπαθούσαν να έρθουν σε επαφή με το ¨Άριο¨ τμήμα της πόλης ή αντίστροφα, ακόμα και τα μικρά παιδιά, δολοφονούνταν επιτόπου.

Τα μικρά παιδιά ήταν οι μεταφορείς ελάχιστων ποσοτήτων τροφίμων και για το λόγο αυτό δολοφονούνταν σαδιστικά από τα SS και τους Ουκρανούς συνεργάτες τους.

Τα παιδιά ως τα ¨πλέον άχρηστα περιττά στόματα¨  αρπάζονταν την ώρα που αμέριμνα περπατούσαν στους δρόμους του γκέτο και σχεδόν έκοβαν τα χέρια των μανάδων τους όταν η εβραϊκή αστυνομία έκανε εφόδους με τσεκούρια στα άθλια διαμερίσματα  για να τα ανακαλύψουν.

Και ήταν η Bund που προσπαθούσε να κρύψει όσα πιο πολλά από τα παιδιά έξω από το γκέτο, ήταν άνθρωποι σαν τον Λούκα που έπρεπε να βρουν τις ¨σωστές¨ πολωνικές οικογένειες, να δημιουργήσουν δίκτυα για την περίθαλψη των αρρώστων και των τραυματιών,  για την παροχή τροφίμων και για ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες.

Τότε η ανάγκη δημιούργησε την ¨ανθρωπιστική¨, μη μάχιμη οργάνωση  Zegotα!

 Όταν οι μεταγωγές πλήθυναν τόσο ώστε ήταν αδύνατο να μην προβληματίζουν πλέον, οι έγκλειστοί στο γκέτο δημιούργησαν τις πρώτες μυστικές αντιστασιακές τους ομάδες. στη Βαρσοβία δημιουργήθηκε η Εβραϊκή Οργάνωση Μάχης –γνωστή ως ΖΟΒ[3]–, συγκροτήθηκαν ομάδες των πέντε μαχητών και άρχισε ένας τιτάνιος αγώνας να συγκεντρωθούν και να κρυφτούν οπλισμός και πυρομαχικά. [4]

Ο Λούκας έμεινε στη Βαρσοβία, έξω από το γκέτο, και ήταν ένας από τους μεταφορείς οπλισμού, πυρομαχικών και τροφίμων μέσα στα γκέτο. Ό,τι μπορούσε να κρυφτεί σε μια μεγάλη τσέπη και κάτω από ένα πλατύ πουκάμισο το καλοκαίρι ή κάτω από ένα τρύπιο παλτό το χειμώνα, το κουβαλούσε ο Λούκας και οι σύντροφοί του μέχρι το φράχτη του γκέτο: αλεύρι, πατάτες, γογγύλια, πιστόλια, σφαίρες, χειροβομβίδες, οινόπνευμα, και βενζίνη για βόμβες μολότοφ, σωλήνες νερού και κλεμμένα εξαρτήματα τουφεκιών για την κατασκευή αυτοσχέδιων όπλων.

Οι χειροβομβίδες ήταν από τα πλέον  δυσεύρετα πυρομαχικά, αλλά ο Λούκας είχε οργανώσει ολόκληρη ¨συμμορία¨ πιτσιρικάδων –σαλταδόρους τους έλεγαν στην κατοχική Αθήνα- που έκλεβαν από τους Γερμανούς τα πάντα και μέσα στα ¨πάντα¨ ήταν και οι ακριβοθώρητες χειροβομβίδες.

Αυτός ήταν ο κόσμος του Λούκα  εκείνη την εποχή.

-/-

Στα τέλη του 1942 στο γκέτο είχαν απομείνει γύρω στους 60.000 ταλαίπωροι Εβραίοι, οι οποίοι εργάζονταν για τους Γερμανούς και περίμεναν την ώρα της μεταγωγής τους. Τη Δευτέρα της 18ης Ιανουαρίου του 1943 τα SS επιχείρησαν νέες μεταφορές στην Τρεμπλίνκα, αλλά βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους μαχητές της ΖΟΒ. Οι μεταγωγές έγιναν πλέον δύσκολες και οι ενέργειες των Γερμανών είχαν στραφεί στην αποδυνάμωση της αντίστασης, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατο και μάλιστα η ΖΟΒ έγινε κυρίαρχη στο γκέτο.

Ο Λούκας έζησε από πρώτο χέρι την αγωνία των έγκλειστων για το επερχόμενο ¨τέλος¨ του γκέτο και του καθενός προσωπικά.

Τη Δευτέρα 19 Απριλίου του 1943 αξημέρωτα άρχισαν όλα:  τα  SS με τους συνεργούς τους πλησίαζαν στην κεντρική πύλη του γκέτο. Ήταν ο ίδιος ο Στρόοπ που 6 χρόνια αργότερα διηγιόταν: «Ο φον Ζάμερν μάλλον σκεφτόταν ότι τα SS θα έκαναν ανοιξιάτικη βόλτα στο γκέτο, όταν ξεκίνησαν δυνατοί κι εύστοχοι πυροβολισμοί. Μ΄ αυτό το καλωσόρισμα, σ’  εμάς ξέσπασε πανικός … Εκείνοι οι Εβραίοι δεν αντιστέκονταν απλώς, μας επιτίθονταν!»

Και ο Λούκας ήταν εκεί και είδε τον πανικό και είδε τη ¨σπίλωση της τιμής¨ των SS και είδε τους Γερμανούς να έχουν διαλυθεί και να το σκάνε σαν τα ποντίκια, αλλά δεν είχε την τύχη να ακούσει τον κοτοπουλά Χίμλερ να βρίζει έξαλλος και να ζητά την εκτέλεση όλων των υπευθύνων.

Ο Λούκας είχε την τύχη να δει -μετά  από τρεις ημέρες αντίστασης- τη σημαία της ΖΟΒ μαζί με την πολωνική σημαία να κυματίζουν πάνω από το γκέτο την Πέμπτη 22 Απριλίου, αλλά και πάλι δεν ένιωσε την ευτυχία να ακούσει τον έτοιμο να πάθει αποπληξία Χίμλερ να διατάζει ¨Άκου Στρόοπ, κατέβασε τις σημαίες με οποιοδήποτε κόστος¨ 

Και το ¨κόστος¨ το πλήρωσαν βέβαια οι Εβραίοι.

Ο Λούκας είδε τη βαρβαρότητα, την πρωτόγονη και παράλογη βία που ξεπήδησαν από τον ηττημένο Γερμανό, αυτό το δήθεν πολιτισμένο όν: που διατάχθηκε να κάψει ζωντανούς τους έγκλειστους και το έκανε, που διατάχθηκε να πυροβολεί τις γυναίκες που έτρεχαν να σωθούν και το έκανε, που διατάχθηκε να πυροβολεί τους δύσμοιρους που πηδούσαν από τα παράθυρα των πυρπολημένων κατοικιών για να σωθούν και το έκανε …

Ο Λούκας είδε τον τρόμο στα μάτια των παιδιών που πρόλαβαν αυτός και οι σύντροφοί του να σώσουν μέσα στο γενικό χαμό, μέσα στο πανδαιμόνιο που δημιουργούσαν οι φλόγες, οι καπνοί, η ψημένη σάρκα, οι εκρήξεις, οι πυροβολισμοί, το κλάμα και ο σπαραγμός 50.000 ανθρώπων.

Αλλά είχε και την τύχη να δει τους επικεφαλής του αγώνα να ξεπροβάλλουν μέσα από τους υπονόμους, τα ορύγματα και τους σκελετούς των κτιρίων έτοιμους για νέους αγώνες και είχε την ατυχία να δει χιλιάδες νεκρούς από τη μανία των Γερμανών .

Είχε την τύχη να συμμετάσχει στις μάχες των ¨παρτιζάνων της νύχτας¨ που έγιναν ο τρόμος των συνεργατών των Γερμανών αλλά και των ίδιων των Γερμανών, όπως είχε και την ατυχία να είναι μάρτυρας της ισοπέδωσης του γκέτο και της τελικής σεκάνς στο ξεδίπλωμα της ανελέητης κακίας του Στρόοπ, του Χίμλερ, του Κρούγκερ: της θεατρικής ανατίναξης της Μεγάλης Συναγωγής με την οποία έληξε η Μεγάλη Δράση, όπως την ονόμασε ο ίδιος ο Στρόοπ, ένα απόγευμα Κυριακής της 16ης Μαΐου του 1943.   

  Μετά την αδιανόητα αιματηρή καταστολή της εξέγερσης στο γκέτο της Βαρσοβίας, ο Λούκας γύρισε στην Κρακοβία και συνέχισε το κυνήγι των προδοτών.

Σε λίγες ημέρες μετά την καταστολή η Zegota, το Συμβούλιο Βοήθειας προς τους Εβραίους, που ιδρύθηκε στις 4 Δεκεμβρίου1942 από πολλές αντιστασιακές πολωνικές οργανώσεις, δημιούργησε παράρτημα στην Κρακοβία και η Bund ζήτησε από το Συμβούλιο να τοποθετηθεί σε σημαντικό πόστο ο Λούκας, ο άνθρωπός της!

Γιατί στο μεταξύ ο Λούκας σιγά, σιγά αποσυρόταν από την ένοπλη δράση και περνούσε στο πολιτικοιδεολογικό τμήμα της  Bund. Έπαιρνε θέση για το μέλλον της χώρας.

Από το καλοκαίρι του 1943 ο Λούκας διαχειριζόταν αφενός τα παράνομα ¨χαρτιά¨ που στέλνονταν από την Βαρσοβία για όσους κρύβονταν καθώς και τα όχι και τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά που προορίζονταν για τη βοήθεια των Εβραίων που κρύβονταν και των οικογενειών που τους βοηθούσαν.

Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο δράσης ήταν η διάσωση αγωνιστών που ήταν έγκλειστοι σε μικρά κυρίως στρατόπεδα και βέβαια ποτέ δεν σταμάτησε η προσπάθεια για τη διάσωση των παιδιών που κρύβονταν σε καθολικά ορφανοτροφεία και μοναστήρια με πλαστά χαρτιά οικογενειακής μερίδας. 

Μεταξύ των οικογενειών που έπαιρναν τη μικρή βοήθεια  ήταν και οι δυο οικογένειες που βοήθησαν τη Χάννα και τη Σανέ, αλλά ποτέ δεν πήγε ο ίδιος επί τόπου, θα ήταν πολύ παρακινδυνευμένο για τον αγώνα και τις οργανώσεις.

 Έτσι τα πάντα γίνονταν μέσω του Όλεγκ, αυτός ως αυθεντικός Πολωνός (Καθολικός δηλαδή) κινούσε ελάχιστες υποψίες και ήταν ο πιστός ¨τοποτηρητής¨ του Λούκα στην περιοχή του Κατοβίτσε.

Πλησίαζε ο Κόκκινος Στρατός στην Πολωνία και ταυτόχρονα πλησίαζε ο καιρός που η πολωνική Αντίσταση έπρεπε να πάρει θέση σχετικά με το εβραϊκό ζήτημα: θα παρέδιδαν τους επιζώντες Εβραίους στους Γερμανούς πριν φτάσουν οι Ρώσοι, όπως ζητούσαν οι αντισημιτικές και φιλοναζιστικές ομάδες των εθνικιστών ή θα τους είχαν μαζί τους;

Με τη δράση του και τις απόψεις του μέχρι το τέλος του 1944 ο Λούκας είχε ανελιχθεί σε ηγετικό στέλεχος της Bund και του Κομμουνιστικού Κόμματος.


Στη νέα γειτονιά η Έλεν και η Ταβιθά ήταν άγνωστες.

Το πρώτο και μεγαλύτερο πρόβλημα τους ήταν οι συστάσεις. ποια συγγένεια είχαν οι δύο γυναίκες; Αυτή ήταν η ερώτηση που θα έκαναν όλοι.

Αν έλεγαν πως ήταν μητέρα και κόρη, αυτόματα θα γεννιόταν η ερώτηση: και ο πατέρας ποιος είναι και που είναι;

Αν έλεγαν θεία και ανιψιά και πάλι θα αναφυόταν η ερώτηση για τον πατέρα.

Αν έλεγαν ότι σκοτώθηκε ο πατέρας, που πώς, πότε και γιατί θα ήταν η σειρά των ερωτήσεων.

Και οι απαντήσεις ήταν δύσκολες κι επικίνδυνες εκείνη τη βίαιη, μυστικοπαθή και πονηρή εποχή.

Ως η μόνη αποδεκτή και κοντά στην αλήθεια απάντηση επιλέχτηκε να ήταν το γνωστό: «Ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές» όπως τους είπε ο Λούκας, όταν αρχές Νοέμβριου του 1942 βρέθηκε στην Πράγα για δουλειές της Bund και προσπάθησε να λύσει όσα από τα  προβλήματα της αδερφής του και της Έλεν ήταν εφικτό να λυθούν.

«Και ποια θα είναι η δουλειά του ¨συζύγου¨ μου;» τον ρώτησε η αδερφή του.

«Μαυραγορίτης, βέβαια» είπε αυθόρμητα ο Λούκας. Κι έκανε λάθος!

«Και ποιος θα είναι ο τυχερός ¨γαμπρός¨ μου ανιψιέ;» ρώτησε η θεία Έλεν!

Η απάντηση δεν ήταν άμεση, ήθελε σκέψη και σχέδιο.

Τελικά μετά από λίγη ώρα και αφού απορρίφτηκαν κάμποσες ιδέες κατέληξαν στην πιο απλή: ένας αντιστασιακός φίλος του Λούκα θα έπαιζε το ρόλο του συζύγου της Ταβιθά.

Θα εμφανιζόταν δυο, τρεις φορές την εβδομάδα τα απογεύματα, πάντα με ρεπούμπλικα και κασκόλ για να φαίνεται όσο το δυνατόν πιο λίγο το πρόσωπό του, θα έπαιζε με τον Ιακώβ και λίγο πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας θα εξαφανιζόταν.

Έτσι κι έγινε. αλλά …

Ενώ τον πρώτο καιρό στη νέα γειτονιά οι δύο γυναίκες ήταν ανέμελες και μπορεί να πει κανείς πως ¨έδιναν στόχο¨  στη συνέχεια και με την προτροπή του Λούκα άρχισαν να προσέχουν. όμως μικρά  λάθη είχαν ήδη γίνει και δεν το πρόσεξαν.

Η  Έλεν που έκανε τα ψώνια άλλαζε καταστήματα, ώστε οι μαγαζάτορες να μην κάνουν ερωτήσεις κα πάντα έψαχνε μαγαζιά που είχαν αρκετό κόσμο να περιμένει στη ουρά. τότε οι ουρές για τα ψώνια ήταν κάτι το φυσιολογικό και ο γυναίκες περνούσαν ώρες ολόκληρες σε αυτές. Η εναλλαγή ήταν ένα μικρό λάθος, γιατί να πας μακριά όταν δίπλα σου μπορείς να βρεις αυτό που θέλεις;

Η Έλεν έπρεπε να βρίσκει και γάλα για το μωρό. Για να μην είναι αναγκασμένη να μιλήσει για το παιδί, έλεγε ψέματα: «Έχω άντρα με πρόβλημα στο στομάχι και χρειάζεται γάλα, είπε ο γιατρός» έλεγε μόνη της, χωρίς να τη ρωτήσουν.  Έτσι, ένα δυο ποτήρια γάλα τα έπινε ο Ιακώβ κάθε εβδομάδα, αλλά αυτή η προθυμία να μιλήσεις για τον αόρατο σύζυγο δημιουργούσε ερωτηματικά.

Γρήγορα η κατάσταση επιδεινώθηκε. τα τρόφιμα στην αγορά άρχισαν να σπανίζουν και οι δυο γυναίκες αναγκάστηκαν να ξεπουλάνε κάτι παλιά εργόχειρα από την προίκα της θείας Έλεν, σερβίτσια και κοσμήματα για να προμηθεύονται τα απαραίτητα για την Ταβιθά και τον Ιακώβ. Η θεία Έλεν είχε δελτία τροφίμων, που φυσικά δεν επαρκούσαν για τρία άτομα κι έτσι έπρεπε να ψάξουν  στην Μαύρη Αγορά για λίγο κρέας και αυγά.

Αυτή η κίνηση ήταν η μοιραία σε συνδυασμό με το επόμενο γεγονός.

Οι Γερμανοί επέτειναν τα μέτρα εναντίον των Εβραίων της Πράγας και άρχισαν οι έρευνες από σπίτι σε σπίτι με τη βοήθεια της Αστυνομίας και των συνεργατών της, δηλαδή των προδοτών που ανήκαν κυρίως στη Σουδητική μειονότητα της Τσεχίας.

Ένας από αυτούς είχε δει την όμορφη Ταβιθά στην αγορά και την είχε βάλει στο μάτι! Την ακολούθησε και παρατήρησε το νεαρό αντιστασιακό που επισκεπτόταν τις δύο γυναίκες. Ο Σουδήτης στήθηκε έξω από το σπίτι και πλέον παρατηρούσε τα πάντα: πότε ερχόταν και πότε έφευγε ο ¨σύζυγος¨ της Ταβιθά. πότε θα βγει αυτή από το σπίτι για να της πιάσει κουβέντα.

Και ο Σουδήτης αναρωτιόταν , γιατί ποτέ ο ¨σύζυγος¨ δεν περνούσε τις νύχτες με την όμορφη γυναίκα του; Να είχε αυτός τέτοια γυναίκα και να την άφηνε μόνη;

Ήταν ο καιρός που ο Λούκας τις είχε μηνύσει να προσέχουν και η Ταβιθά ¨έκοψε¨ τις πολλές και απερίσκεπτες εξόδους της. Έτσι ο Σουδήτης άρχισε να ψάχνει, να σκαλίζει και να ρωτά, έγινε πραγματική ¨σκιά¨ των δύο γυναικών και έμαθε τελικά για την πρώην γειτονιά της Έλεν, όπως έμαθε για την εκποίηση των σερβίτσιων και των κοσμημάτων.

Η πρώτη αντίφαση έγινε φανερή: ο πατέρας του μικρού δήλωνε μαυραγορίτης και η γυναίκα του εκποιούσε την περιουσία της;

Παράξενο. Και πολύ ύποπτο!

Το δεύτερο μυστικό φανερώθηκε στην παλιά γειτονιά: όλοι εκεί ήξεραν για τους Πολωνοεβραίους συγγενείς της θείας Έλεν και δωροδοκώντας αδρά –για την εποχή- ο ¨καλός¨ Σουδήτης έμαθε τα πάντα με όλες τις λεπτομέρειες.

‘Έμαθε για τις προπολεμικές επισκέψεις του Σάμι και της Σανέ, έμαθε για την ουσιαστική ¨εξαφάνιση¨  της Έλεν από το Φεβρουάριο και μετά, έμαθε και για το πάπλωμα στην πόρτα του διαμερίσματος, όχι πάντως από την θυρωρό του κτιρίου.

Την επόμενη εβδομάδα ο νεαρός αντιστασιακός ¨σύζυγος¨ όσες προφυλάξεις κι αν πήρε δεν τα κατάφερε να ξεφύγει ή να ενημερώσει τις δυο γυναίκες. Τον συνέλαβαν και τον βασάνισαν άγρια, αλλά αυτός δεν μίλησε. δήλωνε συνεχώς εραστής της όμορφης Ταβιθά.

Δεν έπεισε –πώς ήταν δυνατόν άλλωστε- τους γκεσταπίτες και ένα πρωινό τον βρήκαν, είπαν, κρεμασμένο στο κελί του. αυτοκτόνησε είπαν και αυτό έγραψαν στα κατάστιχα τους οι απαίσιοι.

Μετά από δυο ημέρες, ένα απόγευμα η θεία Έλεν, η Ταβιθά και ο Ιακώβ μπήκαν σε ένα αυτοκίνητο της Αστυνομίας και βρέθηκαν στα γραφεία της Γκεστάπο.

Η θεία Έλεν στην ανάκρισή της είπε ότι η ανιψιά της ήταν χήρα και ήρθε στην Πράγα  γιατί δεν είχε που να μείνει και πώς να βιοποριστεί.

Για το νεαρό είπε ότι και ο ίδιος, ότι ήταν εραστής της Ταβιθά. Ότι η ανιψιά της τον δέχτηκε για το λίγο γάλα που έφερνε στον μικρό Ιακώβ.  το παιδί έπρεπε να ζήσει. Τόνισε ότι η ανιψιά της είχε δυο παππούδες μη Εβραίους και πως δεν ήταν ένθερμη Εβραία και κρυφά είχε ασπαστεί τον χριστιανισμό, όπως χριστιανή ήταν και η ίδια η Έλεν.

Η Έλεν φυλακίστηκε στο στρατόπεδο του Ράβενσμπρουκ -κοντά στο Βερολίνο- και απελευθερώθηκε από τους Σοβιετικούς στις 30 Απριλίου του 1945. Είχε ξεμείνει στο στρατόπεδο. δεν εξαναγκάστηκε να ακολουθήσει τις πορείες θανάτου που ξεκίνησαν στις 27 και 28  Απριλίου, γιατί έπασχε από τύφο και ήταν μια από τις 3.000 γυναίκες που αφέθηκαν εκεί για να πεθάνουν.

Στα δυο χρόνια που έμεινε έγκλειστη στο Ράβενσμπρουκ δούλευε στις τοπικές βιομηχανίες –υπήρχαν παραρτήματα της Siemens, της Heinkel και άλλων εταιρειών- ως δούλα εργάτρια για το οικονομικό ¨καλό¨ των SS και για τη νίκη του χιλιόχρονου Ράιχ.

Λόγω ηλικίας γλύτωσε τα πειράματα στείρωσης του  Κάρλ Κλάουμπεργκ και την επιλογή της  για να ¨δουλέψει¨ στα πορνεία των στρατοπέδων για τους Κάπο και τους ¨καλούς¨ μη Εβραίους κρατούμενους και λοιπούς συνεργάτες.

Η Ταβιθά δεν χρειαζόταν να υποστεί καμία ανάκριση.

Το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο, απλά ο χρόνος δεν ήταν προκαθορισμένος.

Μια Κυριακή πρωί ένα φορτηγό μεταφέρει την Ταβιθά και το γιο της μαζί με δεκάδες άλλους στο Εκθεσιακό Κέντρο της Πράγας. Όταν μπήκαν η Ταβιθά έπαθε σοκ.  Πάνω από χίλια άτομα κείτονταν πάνω σε βρόμικα στρώματα πεταμένα στο δυσώδες πάτωμα. μικρά παιδιά έκλαιγαν, ηλικιωμένοι τουρτούριζαν από το κρύο και τον πυρετό. αστυνομικοί γκάριζαν διαταγές που η Ταβιθά δεν καταλάβαινε πολύ καλά.

Ευτυχώς είχε μια βοήθεια στη μετάφραση των διαταγών, μια ομάδα τριών κοριτσιών, που είχε ξετρελαθεί με τον Ιακώβ, ήξερε πολωνικά και τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν.

Μετά από 36 ώρες  η Ταβιθά και ο γιος της φορτώθηκαν σε ένα τρένο για το Τερεζίν.

Έφτασαν εκεί μαζί με όλους όσοι ήταν στο Εκθεσιακό Κέντρο -όλο τον Ιανουάριο του 1943 εκτοπίστηκαν στο Τερεζίν 5.000 Εβραίοι της Τσεχίας- μια Δευτέρα απόγευμα με τσουχτερό κρύο.

Ήταν 18 Ιανουαρίου 1943 και οι Καθολικοί γιόρταζαν τον Άγιο Κύριλλο[5].


 

Στις αρχές του 1942 η  Krupp αποφάσισε την κατασκευή ενός νέου εργοστασίου που θα στηνόταν κοντά στο χωριό Fünfteichen, Miłoszyce (Μιλόσιτσε στα πολωνικά) με στόχο να  ξεκινήσει η παραγωγή πυροβόλων στις αρχές του 1943.

Για το εργοστάσιο χρειάζονταν εργάτες που δεν υπήρχαν. Έτσι η  Krupp συζήτησε με το στρατόπεδο Gross Rosen σχετικά με τη  χρησιμοποίηση κρατουμένων ως εργατών επ΄ ωφελεία βέβαια και των δύο πλευρών. Η απάντηση ήταν θετική και ένα  νεοσύστατο στρατόπεδο, που απείχε 3 χιλιόμετρα από το εργοστάσιο, στήθηκε στο Μιλόσιτσε.

Ο Σάμι έμεινε στο Μισλόβιτσε περίπου 40 ημέρες και πέρασε δύσκολα. Κάθε πρωί ήταν και σε άλλο κομάντο εργασίας και μάλιστα βαριάς εργασίας. Δρόμοι, ποτάμια και νταμάρια τον περίμεναν και δεν ήξερε το λόγο που είχε μια τέτοια μεταχείριση.

Αρχές του Απρίλη έμαθε πως θα έφευγε μαζί με άλλους 50 Εβραίους για ένα χωριό που δεν το ήξερε στην Κάτω Σιλεσία. το έλεγαν Fünfteichen και ήταν κάπου 140 χιλιόμετρα  βόρεια από το Κατοβίτσε. Κανείς δεν ήξερε τι ήταν εκεί πάνω, όσους κι αν ρώτησε ο Σάμι όλοι σήκωναν τους ώμους και απαντούσαν με τέσσερις λέξεις: «Παράτα με, δεν ξέρω».

 

Ο Σάμι ήταν από τους πρώτους που βρέθηκαν στο νεοσύστατο στρατόπεδο  πριν γίνουν οι μεγάλες μεταφορές των Πολωνοεβραίων για την παροχή δουλικής εργασίας που θα τους οδηγούσε αναπόφευκτα στο θάνατο.

Στις 12 Απριλίου βρέθηκαν στο σιδηροδρομικό σταθμό του Κατοβίτσε 50  ταλαίπωροι με την επίβλεψη δυο SS. Ένα τρένο σταμάτησε στη ράμπα του σταθμού, αλλά ο Σάμι και οι υπόλοιποι δεν έδωσαν σημασία. Ήταν ένας συρμός με φορτηγά βαγόνια.

«Θα περιμένουμε πολύ ακόμα» είπε ένα διπλανός του στο Σάμι, «δε βλέπω το επιβατικό να είναι στο σταθμό».

«Τότε τι μας κουβάλησαν από τα χαράματα;» απάντησε με απορία αυτός.

«Πρέπει να πάω τουαλέτα. Πες τους αν με ψάχνουν, δεν θα αργήσω».

Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση του ο Σάμι, ο ένας SS γαύγισε πίσω από την πλάτη του: «Schweine, kommt schnell auf den Wagen Schnell / Γουρούνα, ανεβείτε γρήγορα στο βαγόνι, γρήγορα»!

Και οι πενήντα τον κοίταξαν με απορία! Οι πρώτοι που βρέθηκαν κοντά στον SS έφαγαν από μια κλωτσιά, ο Σάμι άρπαξε μια με τον υποκόπανο του όπλου του δεύτερου SS.

Ποιο βαγόνι; Μπροστά τους ήταν ένα ανοικτό βαγόνι. Στο δάπεδό του υπήρχε ένα στρώμα τριάντα εκατοστών από καρβουνόσκονη.

Το βαγόνι είχε θέσεις ¨μόνο για ορθίους¨  και μάλιστα σε στυλ ¨παστής σαρδέλας¨, χώρος να καθίσει κάποιος δεν υπήρχε βέβαια, όπως δεν υπήρχε ¨τουαλέτα¨ , πολυτέλειες για τον καιρό εκείνο.

Ο Σάμι και μερικοί ακόμα που επείγονταν, έμαθαν πως ¨καλό είναι να περιμένουν να φτάσουν στο τέρμα του ταξιδιού¨.

«Σε πέντε ώρες θα έχουμε φτάσει» τους είπε ο ένας SS κι έφυγε να πάει στο κουπέ.

Φυσικά και δεν ¨περίμεναν¨. Το πεπτικό τους σύστημα έκανε τη δουλειά του. Πρώτος πήγε σε μια γωνιά κι έκανε μια τρύπα στην καρβουνόσκονη ένας αδύνατος ξυλουργός. Ανακουφίστηκε και τον ακολούθησε ο Σάμι και πέντε, έξι ακόμα.

Έμειναν όλοι τους γύρω από την τρύπα, δεν τολμούσαν να μετακινηθούν. Όσοι ήθελαν να ουρήσουν το έκαναν επιτόπου εκεί που στέκονταν όρθιοι!

Όταν το τρένο έπιασε τις ευθείες, ο καπνός της ατμομηχανής, η καρβουνόσκονη, τα ούρα και τα κόπρανα έγιναν ένα με τους πενήντα όρθιους επιβάτες της ¨Α’ θέσης¨.

Το απόγευμα, όταν έφτασαν στο στρατόπεδο, κατέβηκαν από το τρένο πενήντα νηστικά, διψασμένα και βρωμερά όντα. Ήταν η προσωποποίηση των υπανθρώπων, των παράσιτων, των ¨ανάξιων να ζουν¨, όπως προφητικά είχε πει ο Δανιήλ.

Κι έτσι τους φέρθηκαν.

Τους ξεγύμνωσαν, τους κούρεψαν γουλί, τους έπλυναν με μια μάνικα, τους πασπάλισαν με αντιφθειρική σκόνη, τους φόρεσαν μια ριγέ στολή, τους έδωσαν ξυλοπάπουτσα, τους έσπασαν στο ξύλο με τα ρόπαλα, τους τάισαν μια νερόσουπα και τους έβαλαν για ύπνο σε κάτι ξύλινες κουκέτες χωρίς στρώματα και σκεπάσματα.

«Καλοκαίριασε»  τους είπε ο Κάπο, «το πρωινό ξύπνημα είναι στις πέντε»!

¨Καλώς ήρθες Σάμι στην Κόλαση¨, μονολόγησε ο Σάμι.

Και ίσως να είχε δίκιο. Μέχρι τότε είχε βιώσει ελάχιστα από τα βάσανα που είχαν σχεδιάσει και εφάρμοζαν οι ναζί για τους Εβραίους της Ευρώπης. Ουσιαστικά το μόνο  βάσανό του ήταν οι σκέψεις του και η άγνοια για την τύχη των δικών του ανθρώπων.

Τη νύχτα της 12ης  Απριλίου είχε ανοίξει η πύλη της Κόλασης και τον είχαν σπρώξει βίαια μέσα.

Θα μπορούσε κάποιος να πει πως ήταν ακόμα στον προθάλαμο, αλλά ούτε αυτό το ήξερε ο Σάμι και οι άλλοι πενήντα σύντροφοι του σε αυτό το ταξίδι.

Μέσα τους όλοι πίστευαν πως όλα αυτά γίνονταν για να τους ¨ψαρώσουν¨, να τους πάρουν το αέρα, να τους σπάσουν το ηθικό και μέχρι εκεί. τις επόμενες ημέρες θα ησύχαζαν, ο καθένας θα έκανε τη δουλειά του και όλα μια χαρά.

Κάποιος από το βάθος του θαλάμου ψιθύρισε: «Και τι δουλειά θα κάνουμε εδώ;»

Δεν υπήρξε απάντηση και όλοι έκαναν πως τους πήρε ο ύπνος!

Το πρωί κανείς ¨δεν ξύπνησε¨, γιατί κανείς τους δεν είχε κοιμηθεί. Ο Κάπο, ένας θηριώδης Ουκρανός εγκληματίας,  μοίρασε σε όλους μα όλους γροθιές και κλωτσιές μουγκρίζοντας και βρίζοντας στα ουκρανικά.

Ο Σάμι ένιωσε τη μύτη του να σπάζει πάλι και γέμισε με αίμα το ριγέ σακάκι με αποτέλεσμα να δεχτεί μια ομοβροντία από γροθιές στα πλευρά του, επειδή ¨λέρωσε¨ τη φόρμα του. Του κόπηκε η ανάσα, ένιωθε να πεθαίνει από ασφυξία.

Συνήλθε με ένα κουβά βρομόνερα.  Ο Κάπο τον κοίταζε με μάτια που γυάλιζαν!

Ήπιαν κάτι που ο Σάμι δε θυμόταν τι ήταν και ξεκίνησαν για το εργοστάσιο της Krup.

 Τρία χιλιόμετρα δρόμο με ελαφρό τροχαδάκι και ξυλοπάπουτσα.

Στα πρώτα 500 μέτρα οι μισοί από τη φάλαγγα είχαν πέσει κάτω και ανάγκασαν τους SS να σταματήσουν την πορεία.

Ο Κάπο έδερνε ανελέητα!

Εκείνος ο αδύνατος ξυλουργός έφτυσε αίμα, τα σπασμένα πλευρά του τρύπησαν τον πνεύμονα του. Τον διέταξαν να σηκωθεί, Ήταν αδύνατο. Ο SS τον πυροβόλησε στο σβέρκο!

Πέρασαν 12 ώρες βάφοντας υπόστεγα και καθαρίζοντας μπάζα.

Γύρισαν, μετρήθηκαν, ήπιαν το νεροζούμι με μια πατάτα σχεδόν άβραστη για να μη χυλώσει ο ¨ζωμός¨ και μια φέτα ξερό ψωμί.

Ξυλοκοπήθηκαν μερικοί και έπεσαν ξεροί για ύπνο. Και αυτή τη νύκτα κοιμήθηκαν.

Τέλειωνε ο Μάιος όταν καλωσόρισαν μια μεγάλη μεταγωγή Εβραίων από το κοντινό στρατόπεδο του Markstädt.

Τώρα θα έστηναν τους στρατώνες για 2-3.000 άτομα!

Η ξυλεία και τα πισσόχαρτα έφταναν με τα τρένα.

Το συρματόπλεγμα απλωνόταν σε όλη τη διαδρομή στρατόπεδο – εργοστάσιο, τα πράγματα δεν φαίνονταν και πολύ καλά.

«Μα γιατί τόσο σύρμα; Που θα πάμε στη μέση του πουθενά;»

«Πρέπει να έχεις τρόπο να πεθάνεις Σάμι» του απάντησε ένας συγκρατούμενος.

«Μα τι λες;»  τον ρώτησε ο Σάμι.

«Περίμενε και θα δεις»! 

Η περίφραξη ολοκληρώθηκε και το στρατόπεδο είχε διπλή. ο εσωτερικός φράκτης ήταν ηλεκτροφόρος και εξωτερικά υπήρχαν πολλές υπερυψωμένες σκοπιές. 

 Όταν όλα μπήκαν στη θέση τους ο Σάμι, όπως περισσότεροι από τους κρατούμενους εργαζόταν  στο εργοστάσιο της Krupp.

Ένα πρωί στην αναφορά δημιουργήθηκαν οι ομάδες των εργαζομένων δούλων. Ο Σάμι θα δούλευε στην πτέρυγα που θα κατασκεύαζε κανόνια των 75 χιλιοστών.

Δεν είχε ιδέα βέβαια από χρήση εργαλειομηχανών, αλλά μήπως είχε κανείς άλλος από τους κρατούμενους; Μετά την αναφορά πήραν το συρματοπλεγμένο μονοπάτι με τους SS και τα σκυλιά τους δίπλα τους έξω όμως από το συρματόπλεγμα.

Σε μια ωρίτσα έφτασαν. μετά την άνευ λόγου καταμέτρηση αμέσως τους  πήγαν στο χώρο δουλειάς. ένας Γερμανός πολίτης –ο επιστάτης- τους έδειξε τις θέσεις τους και το χειρισμό της μηχανής που είχαν μπροστά τους.

Δεν κατάλαβαν και πολλά. Ένιωσαν όμως πολύ γρήγορα τι δεν έπρεπε να κάνουν στις 12ωρες βάρδιες: καμία συζήτηση με το διπλανό τους και όχι μόνο.

 Ο Σάμι άμαθος από τέτοιες μηχανές, που ήθελαν και εφαρμογή δύναμης, κουράστηκε γρήγορα και άφησε το πόστο του για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του.

Δεν έριξε νερό, γιατί ο Κάπο του έριξε  αμέτρητα χαστούκια με ρυθμό πολυβόλου.

Τα δόντια του έσπασαν, το μυαλό του ανακατεύτηκε σαν σε μίξερ και το επόμενο λεπτό έπεσε αναίσθητος.

Συνήλθε με κλωτσιές στα αχαμνά του, που φούσκωσαν σαν μπαλόνια. του ήταν πλέον αδύνατο να καθίσει σε καρέκλα.

Και όμως κάθισε και επιπλέον άρχισε να παράγει μηχανές που σκοτώνουν και αυτό ήταν που θα τον ¨σκότωνε¨ τους επόμενους έντεκα μήνες.

Εκείνη την πρώτη του ημέρα στο εργοστάσιο τον ¨σκότωσαν¨  στο ξύλο, γιατί το βράδυ μετά τη σούπα δέχθηκε τους 25 ραβδισμούς από τον Κάπο.

Ευτυχώς για αυτόν ο Κάπο βαριόταν να δείρει, και μετά τα πρώτα 5 κτυπήματα που ήταν δυνατά τα επόμενα ήταν αρκετά ήπια για τα πισινά του.

Κοιμήθηκε μπρούμυτα, το πρωί πονούσε αφόρητα και ρώτησε το διπλανό του στη φάλαγγα αν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει ¨νόμιμα¨.

«Φίλε δεν ξέρω και μη με μπλέκεις με αυτό» του απάντησε ο άγνωστος ¨φίλος¨ και συνέχισε να περπατά αμίλητος.

 Ένας άλλος -κι αυτός άγνωστος- ¨φίλος¨ στήριξε τον Σάμι στα τελευταία 500 μέτρα του μονοπατιού και τον έβαλε να καθίσει στο πόστο του.

«Δε μπορώ να κάνω κάτι για σένα»  του είπε σιγανά, «προσπάθησε σήμερα να τη βγάλεις ¨όρθιος¨, αν πέσεις πάλι θα σε τσακίσουν»!

Ο Σάμι σχεδόν λιπόθυμος από τον πόνο και την ένταση άνοιξε τα μάτια του και είδε ένα μικρό άσπρο χαπάκι πάνω στον πάγκο του και ταυτόχρονα βλέπει  τον άγνωστο φίλο να του κάνει νόημα να το καταπιεί αμέσως.

Ασπιρίνη ήταν. Σε ένα τέταρτο ένιωθε λιγότερο πόνο στην πλάτη και δούλεψε με σταθερό ρυθμό υπό την επίβλεψη του πολίτη επιστάτη, που ήταν πιο αγροίκος και από τους SS. Εξέπεμπε και κάτι άλλο μαζί με τη βία και το μίσος, και όλα μαζί γινόταν ένα αξεδιάλυτο μείγμα απανθρωπιάς που φόβιζε και προβλημάτιζε τους κρατούμενους.

Σε κάθε λάθος ο επιστάτης ήταν έτοιμος να του σπάσει τα δάχτυλα. ο Σάμι τον έβλεπε πως ετοίμαζε το ξύλινο κλομπ με το λαστιχένιο χερούλι και τον έλουζε κρύος ιδρώτας.

Και ο επιστάτης έβλεπε την κάθιδρη αγωνία  και χαιρόταν, γρύλλιζε από τη χαρά του.

¨Την έβρισκε¨ πολλαπλώς το άτομο αυτό, ήταν ορατή η ανώμαλη ικανοποιησή του.

Όλοι περίμεναν την επόμενη ¨κίνησή¨ του επιστάη και πολλοί προσπάθησαν να συμβουλεύσουν τον Σάμι: τι δεν έπρεπε να κάνει στη διάρκεια της βάρδιας, πώς έπρεπε να τον αποφεύγει μετά τη δουλειά.

«Δεν πρέπει να βρίσκεσαι μόνος μαζί του»  του είπε ο ¨φίλος¨ με την ασπιρίνη, «γυαλίζει το μάτι  του βρε Σάμι και πολλά λένε για δαύτον».

Γενικά του εφιστούσαν την προσοχή στην εν γένει συμπεριφορά του!  

«Μα κανένας Γερμανός δεν περιμένει καμιά αφορμή, καμιά αιτία για να κακοποιήσει ή να σκοτώσει εν ψυχρώ έναν Εβραίο και δη κρατούμενο» τους έλεγε ο Σάμι!

«Για άλλο μιλάμε φίλε» του έλεγαν οι συγκρατούμενοι του και σταματούσαν την κουβέντα μη θέλοντας να προσβάλλουν τον Σάμι!

Είχε μπει ο Ιούλιος, οι ζέστες ήταν ανυπόφορες στις ημερήσιες βάρδιες και όλοι έψαχναν το κονέ που θα τους βόλευε στη νυχτερινή βάρδια.

Έπρεπε να έχεις κάτι να ¨πουλήσεις¨ βέβαια.

Ο Σάμι δεν είχε τίποτα στην κατοχή του.

Και μια από εκείνες τις ημέρες ο επιστάτης πλησίασε τον Σάμι.

Του έκλεισε το μάτι και του είπε «Εβραίε, από την επόμενη εβδομάδα τα βράδια θα είμαστε μαζί στο εργοστάσιο».

«Σε βόλεψα, η σειρά σου τώρα»!

Ο Σάμι κοκάλωσε, ίδρωσε και πάγωσε, δεν είπε τίποτα …


 

Ο Ιαν με τη Σανέ πήραν τον οδό 1ης Μαΐου, προσπέρασαν το Ζαβόντζι και τη Βίλχελμίνα και μετά από σαράντα λεπτά έφτασαν στο χωριό χωρίς το παραμικρό εμπόδιο και αμέσως χάθηκαν μέσα στο σπίτι του Βόιτσεκ και της Όλγας, που ήταν κοντά σε εκείνα τα ερείπια που είχαν κλείσει οι Γερμανοί τους ηλικιωμένους Εβραίους.

Ο Όλεγκ και η Χάννα –με την ίδια αμφίεση που ταξίδεψε από την Ακτή στο Κατοβίτσε- σπρώχνοντας μια μισοδιαλυμένη χειράμαξα με εκείνη την παλιοβαλίτσα επάνω, δυο τρία μπαλωμένα  παλιόρουχα και ένα ζευγάρι μπότες εργασίας του Όλεγκ πήραν τον ίδιο δρόμο, αλλά μετά τη Βιλχελμίνα κατέβηκαν πιο νότια και έφτασαν στο χωριό από τη νότια πλευρά του περίπου τρεις ώρες αργότερα από τον Ιαν. με πολλές προφυλάξεις μπήκαν και αυτοί στο σπίτι του Βόιτσεκ.

Το σπίτι ήταν δίπατο στη μισή πλευρά του και ζούσαν σε αυτό ο Βόιτσεκ και η Όλγα με  τα δύο τους αγόρια, που είχαν πιάσει δουλεία δέκα χιλιόμετρα ανατολικά στη Στζάκοβα, οπότε έφευγαν νωρίς το πρωί και γύριζαν αργά το απόγευμα.

Στη δίπατη πλευρά υπήρχε ένα κελάρι, το οποίο χωρίστηκε στα δύο με ψεύτικο τοίχο από τούβλα τοποθετημένα πάνω σε σανίδες. Το ένα τμήμα του παρέμεινε κελάρι και στο άλλο θα κρύβονταν η Χάννα και η Σανέ σε περίπτωση που υπήρχε κίνδυνος.

Επάνω από το κελάρι ήταν ο ημιώροφος και ακολουθούσε μια χαμηλοτάβανη σοφίτα, στην οποία ανέβαινε κανείς από μια μικρή σκάλα με πεντέξι σκαλοπάτια. Πίσω από τη σκάλα που άνοιγε και κλείδωνε από μέσα, ώστε να μην ανοίγει, όταν κάποιος κρυβόταν πίσω της, διαβίωναν η Χάννα και η Σανέ. Όπως προείπαμε σε περίπτωση έρευνας θα κατέβαιναν από μια καταπακτή στο μισό κελάρι.. Τότε  με ένα σχοινί θα τραβούσαν ένα ψευτοπάτωμα  που εφάρμοζε στο άνοιγμα και κλείδωνε μέσα από το κελάρι με δύο σύρτες, ώστε να μην υπάρχει ορατή λαβή από επάνω.

Ο χώρος των δύο γυναικών το χειμώνα ήταν αρκετά ζεστός, όταν είχε λιακάδα και χωρίς υγρασία, οπότε δεν υπήρχε μεγάλη ανάγκη θέρμανσης. Τα καλοκαίρια άνοιγε ο φεγγίτης και μια κουρτίνα κάλυπτε το άνοιγμα, για να υπάρχει σχετική δροσιά.

Όλες αυτές οι έξυπνες  κατασκευές ήταν προσωπική δουλειά του Βόιτσεκ, ο οποίος ήταν ξυλουργός  και υλοτόμος πριν τον πόλεμο. Στην περίοδο της Kατοχής δούλευε και ως εποχιακός εργάτης γης καθώς και σε κατασκευαστικά έργα των Γερμανών ως καλουπατζής.

Η οικογένεια του Βόιτσεκ ήταν βαθιά θρησκευόμενη και ο ίδιος ήταν νεωκόρος και επίτροπος και συντηρητής στην Καθολική Εκκλησία της περιοχής. Η Όλγα ήταν κι αυτή ενεργό μέλος της ενορίας και βοηθούσε στο φιλανθρωπικό έργο της ενορίας, πλέκοντας πουλόβερ και γάντια που τα πουλούσαν στη Σαββατιάτικη αγορά στο Μυστοβίτσε ή στη Σοσνόβιεκ, όταν είχε καλό καιρό. Με τη βοήθεια της Χάννα η παραγωγή αυξήθηκε και επιπλέον η Χάννα μπάλωνε παλιά παντελόνια, πουκάμισα, σακάκια και φορέματα που μοιράζονταν στους άπορους. Από όλη αυτή τη διαδικασία η Όλγα έπαιρνε ένα μικρό φιλοδώρημα ως αντίδωρο της προσφοράς της.

Ο ιερέας, ένας άγιος άνθρωπος, ρώτησε την Όλγα πώς κατάφερε να αυξήσει τόσο την παραγωγή της, αν και ήξερε χωρίς να του το έχει πει κανείς πως οι ενορίτες του έκρυβαν γύρω στους δεκαέξι Εβραίους[6] με κίνδυνο, αν προδίδονταν, την άμεση εκτέλεσή τους.

  Μια από τις Τετάρτες που η Όλγα πήγαινε να βοηθήσει τα γεροντάκια γύρισε στο σπίτι τρέχοντας και τρέμοντας από το φόβο και την αγωνία της.

Αμέσως είπε στη Χάννα να πάρει τη Σανέ, να κρυφτούν κατευθείαν στο κελάρι και να μην τολμήσουν να βγουν αν δεν τις φωνάξει ή ίδια ή ο Βόιτσεκ. Να πάρουν κάτω νερό, ψωμί και το δοχείο για την ανάγκη τους. Τα είπε χωρίς να δώσει καμία εξήγηση.

Η Χάννα με τη μικρή κατέβηκαν στο κελάρι και τράβηξαν την καταπακτή. Η Όλγα τη σκέπασε με ένα στρωσίδι και από πάνω έβαλε ένα μικρό σοφρά  με δύο καθίσματα.

Πέρασαν τρεις ατελείωτες ώρες μέχρι να ησυχάσει η περιοχή.  Τα SS ήρθαν με φορτηγά και πήραν τους ηλικιωμένους Εβραίους από το χωριό, τους πήγαν όλους στη Σοσνόβιεκ.

Ήταν Τετάρτη 19 Μαΐου του 1943. Την άλλη ημέρα τους φόρτωσαν για το Άουσβιτς.

Η Χάννα είδε τα μαλλιά της να ασπρίζουν εκείνες τις τρεις ώρες!

-/-

Η Χάννα και η Σανέ έμειναν κρυμμένες  είκοσι δύο ολόκληρους μήνες και ποτέ μα ποτέ ο Βόιτσεκ και η Όλγα δε ζήτησαν χρήματα πέρα από τα αναγκαία για την αγορά τροφίμων, κάρβουνου ή φαρμάκων στις περιπτώσεις που υπήρξε ανάγκη. επειδή η Σανέ ήταν πολύ ευαίσθητη στο λαιμό της συχνά έπρεπε να αγοράζουν φάρμακα ή γιατροσόφια,  όταν δε μπορούσαν να βρουν φάρμακα.

Τρόφιμα έβρισκαν σχετικά εύκολα μετά την εκκαθάριση του γκέτο και μπορούσαν  να ¨μπουν¨ στο σπίτι χωρίς να κινήσουν υποψίες στη γειτονιά λόγω της μετακίνησης των δύο αγοριών της οικογένειας για δουλειά στους Γερμανούς.

Όλο και κάτι παραπανίσιο θα υπήρχε στα σακίδιά τους και λόγω της δουλειάς –τα αγόρια δούλευαν στα κανάλια του ποταμιού Κόζι Μπροντ- τα ψάρια ήταν συχνό έδεσμα στο σπίτι, ειδικά τις Κυριακές. Τους δύο χειμώνες που τα τρόφιμα λιγόστευαν ο ιερέας στάθηκε αρωγός όλων των οικογενειών που έκρυβαν Εβραίους. Με το πρόσχημα της βοήθειας στους άπορους ένα πιάτο φαγητό έφτανε στα κατάλληλα σπίτια.

Το κάρβουνο, που το χειμώνα ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, παρότι είχε δεσμευτεί από τους Γερμανούς δεν έλειψε από την περιοχή στην οποία υπήρχαν δεκάδες μικρά +ανθρακωρυχεία και πολλά άλλα ορυχεία που χρησιμοποιούσαν κάρβουνο. Έτσι το λαθρεμπόριο κάρβουνου και η διοχέτευσή του στη μαύρη αγορά ήταν σε όλους γνωστή. Αν υπήρχαν χρήματα το κάρβουνο δεν θα έλειπε από καμιά οικογένεια στην περιοχή.

 Σε αυτό το φιλόξενο σπίτι τα κρύα απογεύματα των χειμώνων η Όλγα και η Χάννα τις ώρες που έπλεκαν ή μπάλωναν μιλούσαν από καρδιάς. Μια χριστιανή και μια εβραία είχαν βρει τα κοινά σημεία που τις ένωναν, τα απλά πράγματα που οι μάνες όλου του κόσμου, όλων των αποχρώσεων και όλων των θρησκειών νιώθουν: τον πόνο για το χαμό των ¨παιδιών τους¨ στον πόλεμο, την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο –μετά τη σφαγή- για τα παιδιά τους, την αγωνία του σήμερα.

Και τα γλυκά δειλινά του καλοκαιριού, όταν μάθαιναν για τις ήττες των Γερμανών στην Ανατολή, φαντάζονταν έναν ελεύθερο κόσμο στον οποίο θα ζούσαν με τα εγγονάκια τους. Και τότε η Χάννα έκλαιγε. έρχονταν στο μυαλό της οι ζοφερές εικόνες του αποχαιρετισμού με το γιο της, εκείνο το μισό γελάκι του άντρα της πριν τον πάρουν τα δολοφονικά τέρατα, το πουλόβερ του γεμάτο λάσπη και σάπια σάρκα και η τελευταία εικόνα από τον Ιακώβ, πριν ανέβουν στα τρένα του αποχωρισμού.

Ο μόνος άνθρωπός της, η μια σταγόνα από το αίμα της, η Σανέ, ήταν δίπλα της αλλά για πόσο ακόμα; Αυτή η αγωνία δεν την άφηνε να κοιμηθεί τα βράδια, έμενε σχεδόν ξάγρυπνη να φυλάει καρτέρι μην και ακούσει παράξενους ήχους και να προλάβει να κρύψει τη Σανέ. Για τον εαυτό της δεν την ενδιέφερε και τόσο. Και τότε κοκκίνιζε από ντροπή και ζητούσε συγνώμη από την ‘Ολγα και τον Βόιτσεκ, γιατί ήξερε τι θα γινόταν αν την εντόπιζαν οι Γερμανοί ή τα τσιράκια τους.

Τότε σκεφτόταν πως έπρεπε να ενδιαφέρεται και για τον εαυτό της, όχι για εκείνη αλλά για τους θεοσεβούμενους ανθρώπους που είχε μπροστά της. Γιατί οι ζωές τους δεν τους ανήκαν, τους τις είχε παραχωρήσει ο Κύριος, όπως και οι δύο θρησκείες ¨ομολογούσαν¨, κι έπρεπε να τις διαφυλάξει!

«Καλή μου Χάννα εμείς δε θα πάψουμε ποτέ να σας βοηθάμε» έλεγε η Όλγα «δε μας χωρίζει τίποτα από εσάς, είμαστε πάνω από όλα άνθρωποι».

«Δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω» απαντούσε η Χάννα «ούτε εμείς στην οικογένειά μας είχαμε ποτέ πρόβλημα με τους χριστιανούς. Η νύφη μου έχει μητέρα χριστιανή και η θεία της στην Πράγα την κρύβει τώρα εκεί μαζί με το μικρό μας αγόρι».

Η Σανέ είχε μπει στα οχτώ, αλλά βέβαια ήταν αδύνατη όπως όλα τα παιδιά στην Πολωνία και με άσπρο δέρμα από τον εγκλεισμό της.

Ήταν παραπάνω από φανερό πως της έλλειπε το παιχνίδι με τις συνομήλικές της, της έλλειπε το σχολείο, της έλειπαν οι γονείς της. το έβλεπες στα μάτια της, το άκουγες στη σιγανή φωνή της και στο διηγιόταν η ίδια, όταν ρωτούσε τη γιαγιά της τι σήμαιναν τα όνειρα που έβλεπε στον ταραγμένο ύπνο της. Πάντα στα όνειρά της υπήρχε το πρόσωπο της μαμάς άλλοτε γελαστό και άλλοτε λυπημένο αλλά πάντα μακρινό!

«Πού είναι ο μπαμπάς και η μαμά, γιαγιάκα;» ρωτούσε τακτικά η Σανέ τη Χάννα.

Κι αυτή απαντούσε αόριστα «είναι για δουλειές» και σταματούσε εκεί την κουβέντα.

«Και ο παππούς Ματθίας, πού πήγε γιαγιά;», σε αυτή την ερώτηση η Χάννα απαντούσε, λέγοντας στη μικρή την αλήθεια: «Τον σκότωσαν οι Γερμανοί καρδιά μου, αλλά ο παππούς  ήταν γέρος και σύντομα θα τον έπαιρνε ο Κύριος κοντά του …».

Κι ήταν ο άλλος παππούς, ο ¨παππούς Βόιτσεκ¨, όπως τον έλεγε η Σανέ, που έφερνε κάπου, κάπου κανένα μικρό γλύκισμα στο σπίτι και το έδινε στη Σανέ.

«Έλα Σανέ, πάρε το γλυκό, στο στέλνει ο Σάμι, ο μπαμπάς σου» της έλεγαν.

«Τώρα δουλεύει στο Ολκούζ φτιάχνουν το δρόμο που θα περάσει και από το χωριό μας. Και τότε ο μπαμπάς θα έρθει να μείνουμε όλοι μαζί».

Και τότε ήταν που τα μάτια της πιτσιρίκας έλαμπαν από χαρά, ενώ έτρωγε το μικρό γλυκό λαίμαργα και προσπαθούσε μασουλώντας να ρωτήσει:

«Πότε θα φτάσουν εδώ;» για να πάρει την ίδια πάντα απάντηση, «Θα αργήσουν»!

Μια βασανιστική σιωπή ακολουθούσε και σε λίγο όλοι πήγαιναν για ύπνο, όσοι τουλάχιστον μπορούσαν να αποκοιμηθούν εκείνους τους καιρούς του αίματος,

Το πιο πρακτικό  και άμεσο προς λύση ζήτημα σχετικά με το κοριτσάκι ήταν οι επιπτώσεις της απουσία της από το σχολείο, έστω και από αυτό το κουτσουρεμένο σχολείο που σχεδίασε εκεί στο απαίσιο Βερολίνο, ο άνθρωπος με το μισό μουστάκι και τους λικνιστούς γοφούς, για τα παιδιά των Πολωνών.

Ο Βόιτσεκ σχεδόν κάθε βράδυ μετά το λιτό δείπνο με το φως των κεριών διάβαζε στη μικρή αποσπάσματα της Βίβλου με την ιστορία του λαού της, της έδειχνε τα γράμματα του πολωνικού αλφάβητου και την έβαζε να γράφει λέξεις και να προσθέτει αριθμούς.

Δεν υπήρχε φόβος να υποψιαστεί ο οποιοσδήποτε, που  θα άκουγε τη διήγηση του Βόιτσεκ, πως έκρυβε Εβραίους.

Επειδή  όλοι ήξεραν πόσο θρήσκος και άνθρωπος της Εκκλησίας ήταν. Για να διαλύσει οποιαδήποτε υποψία σε κάποιον ¨καλοθελητή¨ έψελνε δυνατά εκκλησιαστικούς ύμνους, όταν η Χάννα και η Σανέ αποσύρονταν στην κρύπτη τους.

Δεν ήθελε με κανένα τρόπο να νιώσει άβολα η Χάννα.

Ένα από αυτά τα βραδιά της ανάγνωσης, της προσευχής και των ύμνων η Σανέ  έκανε μια ερώτηση που αποστόμωσε τους πάντες: «Γιατί παππού Βόιτσεκ,  ενώ ο Κύριος μας έχει δώσει την εντολή να μη σκοτώνουμε - ¨ου φονεύσεις¨- δεν τιμώρησε τους Γερμανούς που σκότωσαν τον παππού Ματθία;».

«Βλασφημία» είπε ο Βόιτσεκ, αλλά αμέσως ένιωσε πόσο λάθος ήταν η απάντησή του. πώς  είναι δυνατόν να χαρακτηρίσεις ¨βλάσφημο¨ ένα μικρό αθώο κοριτσάκι; 

Όχι κάτι άλλο έπρεπε να της πει: «Αγάπη μου δεν μπορούμε να κρίνουμε τις Πράξεις του Κυρίου. Αυτός πάντα ακολουθεί το σχέδιό Του. Ως πανάγαθος που είναι θέλει το καλό των ανθρώπων, αν χρειαστεί θα τους τιμωρήσει για τις αμαρτίες τους».

Και το άλλο βράδυ ο Βόιτσεκ διάβασε με σιγανή αλλά σταθερή φωνή το απόσπασμα από τη Γένεση - ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19 (ΙΘ) σχετικά με την καταστροφή στα Σόδομα:

«πειδ πρκειται ν καταστρψωμεν τν περιοχν ατν διτι βο κα κατακραυγ ναντον τν κατοκων τς περιοχς ατς εναι μεγάλη κα νυπφορος νώπιον κα ατο το μακροθμου Κυρου, κα Κριος μς πστειλε δι να τος ξολοθρεσωμεν. … Μ καθυστερς καθλου· σκω μσως κα πάρε τν γυνακα σου κα τς δο θυγατρες σου … κα φγε γργορα ξω π τν πλιν, δι να μ τιμωρηθς κα σ μαζ μ τος μαρτωλος κατοκους της».

Και ήταν τότε  ένα ζεστό Κυριακάτικο βράδυ της 29ης Αυγούστου του 1943, ακριβώς μια ημέρα μετά το τέλος της μάχης στο Κουρσκ![7]

 


Ο Σάμι από την ημέρα που του μίλησε ο επιστάτης άρχισε να αλλάζει συμπεριφορά.

Όσο και αν προσπάθησε ο Πάβελ να μάθει την αιτία δεν κατάφερε τίποτα.

Ο Πάβελ, ο γνωστός του Σάμι από το Τσέχλο, βρέθηκε στο Fünfteichen τέλη Αυγούστου, όταν τον συνέλαβαν σε ένα μπλόκο ρουτίνας για εργάτες-δούλους του Ράιχ.

Ο Πάβελ ήταν τορναδόρος πριν τον πόλεμο κι έτσι βρέθηκε στο νέο εργοστάσιο της Krupp ως εργοδηγός.

Ο Σάμι δεν είχε φίλους στο στρατόπεδο από καθαρά δική του απόφαση.

Του ήταν εντελώς αδύνατο να συλλάβει και να ερμηνεύσει το επίπεδο βίας το οποίο ήταν αναγκασμένος να υπομένει και να ζει,

Να ζει; Γιατί να ζει;

Αυτή ήταν το διαρκές ερώτημα του, πάντα σε αντιπαράθεση με το ερώτημα για την τύχη των δικών ανθρώπων.

«Πώς μπορώ να ζω με αυτή τη βία και να μην αφεθώ να πεθάνω;» αναρωτιόταν, «γιατί να ζω όταν οι δικοί μου έχουν πεθάνει; Έχει νόημα;»

Η διαρκής άγνοια που βίωνε τέσσερα ολόκληρα χρόνια τον είχε εξουθενώσει ψυχικά και τον οδηγούσε στο περιθώριο. κι ήταν ο επιστάτης που σε συνεργασία με τον Κάπο του έκανα τη ζωή Κόλαση και του επέτειναν την αρνητική ψυχική του κατάσταση.

Ο Σάμι  κουραζόταν, φοβόταν τρομερά και ταυτόχρονα δεν τρεφόταν –όπως όλοι άλλωστε- επαρκώς. Έχανε βάρος και ηθικό μαζί, κάθε ελπίδα για ζωή του ήταν μάταιη και ο επιστάτης τα έβλεπε όλα αυτά και χαιρόταν ηδονιζόταν για την ακρίβεια.

Αποτραβήχτηκε από όλους ο Σάμι, βυθίστηκε στον εαυτό του και μαζί βυθίστηκαν και τα μάτια του στις κόγχες τους, το απλανές βλέμμα έγινε το κύριο χαρακτηριστικό τους.

Σε κοίταζαν και δε σε έβλεπαν πια, το ένιωθες.

Ο κρατούμενος που μοιραζόταν το ίδιο ξυλοκρέβατο με τον Σάμι του μιλούσε, τον ρωτούσε, τον εμψύχωνε και του έδινε λίγο από το ψωμί του για να τον βοηθήσει να μείνει ζωντανός.

Δεν κατάφερνε και πολλά.

Εκείνες τις ημέρες ένας κρατούμενος που μεταφέρθηκε στο Fünfteichen από το κυρίως στρατόπεδο, το Gross-Rosen (Γκρος-Ρόζεν), όταν είδε τον Σάμι ταράχτηκε.

«Ωχ, muselmann» είπε στους άλλους στο μπλοκ.

Τον κοίταξαν παράξενα, κανείς τους δεν ήξερε τι σημαίνει αυτός ο όρος.

«Τι είναι αυτό, που λες;» τον ρώτησαν.

¨Περιμένει να πεθάνει» τους απάντησε.

 «Εάν πάει στο αναρρωτήριο είναι ξοφλημένος. Εάν παραμείνει αβοήθητος στην ίδια κατάσταση θα μετατραπεί σε ¨περιφερόμενο πτώμα¨, θα γίνει ένας muselmann» τους είπε ο νεοφερμένος.

« Πέρα στο Γκρος-Ρόζεν είναι εκατοντάδες από αυτούς, πεθαίνουν όρθιοι και αμέσως κάποιος άλλος τους αντικαθιστά!»

«Για να ζήσει, πρέπει να ¨ξυπνήσει¨, να προσαρμοστεί στη στρατοπεδική ζωή».

Αλλά πώς γίνεται αυτό;

Τις επόμενες ημέρες προσπάθησαν -όσοι μπορούσαν και όποιοι ήθελαν- να τον βοηθήσουν ψυχολογικά, αλλά ο Σάμι δεν αντιδρούσε σε τίποτα.

Τι να έκαναν; Σήκωσαν τα χέρια ψηλά και τελικά αδιαφόρησαν.

Ας πεθάνει, αφού το θέλει, σκέφτηκαν οι περισσότεροι.

Ο νεοφερμένος δεν τα παράτησε: βρήκε τρόπο και άλλαξε πόστο στον Σάμι, τον ευνόησε βέβαια και η συγκυρία στην προσπάθειά του. 

Σε άλλους καιρούς θα τον είχαν ¨πακετάρει¨ για το Άουσβιτς, αλλά εκείνο το καλοκαίρι ο Σάμι ¨πήγε¨ σε μια αποθήκη να μετρά τα κιβώτια που έφευγαν. ο Κάπο της αποθήκης ήταν σχετικά ήπιος και επιπλέον  όλοι οι Κάπο είχαν οδηγίες να μην μεταχειρίζονται με ακραία βία τους Εβραίους εργάτες μέχρι να φτάσουν οι Πολωνοί αντικαταστάτες τους.

  Οι υπεύθυνοι στο εργοστάσιο πίστευαν πως στα τέλη του καλοκαιρού θα είχαν 20.000 εργάτες στη διάθεσή τους, αλλά  δεν είχαν καταφέρει ούτε το ένα δέκατο να έχουν.

Συνεννοήθηκαν με το Γκρος-Ρόζεν να τους στείλει κρατούμενους για εργάτες και ταυτόχρονα ζήτησαν από τις Στρατιωτικές Αρχές της Σιλεσίας να εντείνουν τις επιχειρήσεις ¨σκούπας¨ για ανεύρεση ειδικευμένων εργατών. Καλοί, ως άμισθοι εργάτες οι κρατούμενοι, αλλά η απόδοσή τους ήταν για κλάματα. Η παραγωγή ήταν για γέλια.

Έτσι σε ένα μπλόκο προς ¨άγραν δούλων¨ έπιασαν τον Πάβελ στο Μπίτομ. Δεν τον κατηγόρησαν για αντιστασιακή δράση και όταν δήλωσε την ειδικότητά του, τορναδόρος, επιλέχθηκε πάραυτα και φορτώθηκε στο πρώτο τρένο για το Fünfteichen. 

Ο Πάβελ ήταν ήδη μια εβδομάδα στο Fünfteichen όταν συνάντησε τον Σάμι τυχαία. Συνόδευε δυο εργάτες που έσερναν ένα καρότσι με κιβώτια γεμάτα από κάνες πυροβόλων στην αποθήκη που ήταν ο Σάμι. Ο Πάβελ περιεργάστηκε τον σκελετωμένο καταμετρητή, αλλά δεν τον αναγνώρισε. Αντίθετα ο Σάμι αναγνώρισε αμέσως τον άνθρωπο που τον είχε βοηθήσει, αλλά δεν είχε καμία όρεξη να του μιλήσει δεν τον ενδιέφεραν οι άλλοι.

Στις επόμενες ήμερες ένας κρατούμενος αναφέρθηκε σε όσα είχε ακούσει για την ¨καινούργια αρρώστια¨ στο στρατόπεδο, και περιέγραψε τους Muselmanner, που είχαν αρχίσει να αυξάνονται και στο Fünfteichen όπως είχαν αρχίσει να αυξάνονται και οι αυτοκτονίες τις οποίες οι SS τις καταμετρούσαν ως απόπειρες απόδρασης.

Πολλοί κρατούμενοι που δεν άντεχαν τη βία, ξαφνικά περπατούσαν αργά αλλά σταθερά προς τον φράχτη του στρατοπέδου. οι SS είτε τους άφηναν να καούν πάνω στον εσωτερικό ηλεκτροφόρο φράκτη, είτε τους σκότωναν πριν πλησιάσουν στο φράκτη για να αποφύγουν το μπλακ άουτ.

Ο Πάβελ ρώτησε λεπτομέρειες: «Πες μου πως είναι αυτοί οι άρρωστοι» παρότρυνε τον συνομιλητή του κι εκείνος αναφέρθηκε στον αποθηκάριο και την ¨ιστορία¨ του.

Την επόμενη ημέρα  ο Πάβελ σκαρφίστηκε μια δικαιολογία και πήγε στην αποθήκη.

Δεν είπε καλημέρα, δεν είπε γεια χαρά, δεν είπε τι ήθελε, αλλά είπε «Τι έπαθες Σάμι, γιατί τα παράτησες;» και αιφνιδίασε τον Σάμι.

Ο Σάμι δεν περίμενε τέτοια ¨επιθετική¨ συμπεριφορά. πίστευε πως όταν τον αναγνώριζε, ο Πάβελ θα ήταν συμπονετικός μαζί του, πως δεν θα αναφερόταν στην κατάστασή του.

Κι έτσι δεν απάντησε. Κατέβασε το κεφάλι και προσπάθησε να αποφύγει τον Πάβελ, αλλά αυτός τον έπιασε από τα πέτα της φόρμας και τον ταρακούνησε δυνατά. κόντεψε να του μείνει στα χέρια ο σκελετός!

«Φίλε, δεν έχω τίποτα να περιμένω πια».

«Σύνελθε, ξύπνα ο πόλεμος τελειώνει πια. Στο Στάλινγκραντ αιχμαλώτισαν εκατοντάδες χιλιάδες φρίτσηδες, στο Κουρσκ τους διέλυσαν τα τανκς τους και σκότωσαν χιλιάδες».

«Τώρα θα γίνουν πιο σκληροί Πάβελ. Θα μας σκοτώσουν όλους εμάς τους Εβραίους. όλους, άκουσε με»!

«Σε ποιο μπλοκ είσαι;» τον ρώτησε ο Πάβελ, «θα μιλήσω στον μπλοκάρχη σου».

Με δυσκολία ο Σάμι του είπε τον αριθμό του μπλοκ του.

Ο Πάβελ έφυγε γρήγορα. ξαναγύρισε και του άφησε στον πάγκο μια μπάλα μαργαρίνης και μια φέτα ζεστό ψωμί.

«Κατάπιε τα τώρα» τον ¨διέταξε¨ με αυστηρό ύφος! 

Μετά το τέλος της βάρδιας ο Πάβελ βρήκε τον μπλοκάρχη του Σάμι.

 Ένας πενηντάχρονος Εβραίος από το Ολκούζ ήταν.

Συνεννοήθηκαν γρήγορα. Τσιγάρα στον μπλοκάρχη για ψωμί και μαργαρίνη στον Σάμι.

Ο Κάπο της αποθήκης πήρε χρήματα και δεν ασχολήθηκε πια με τον Σάμι.

Το πρόβλημα ήταν οι SS. Όχι πως δεν χρηματίζονταν αυτοί οι δόλιοι και διεφθαρμένοι άνθρωποι, αλλά ο Πάβελ δεν ήθελε να έχει και πολλά μαζί τους. το αντιστασιακό παρελθόν του δεν μπορούσε να το σβήσει, εάν κάποιος τον αναγνώριζε θα ήταν κρεμασμένος στην Apellplatz την επόμενη στιγμή.

Έτσι όλοι, όσοι βοηθούσαν τον Πάβελ να σώσει τον Σάμι,  προσπαθούσαν να ¨κρύβουν¨ τον Σάμι από τους SS. Ένα απόγευμα μάζεψε δυο γερές κλωτσιές στη δεξιά γάμπα που τον άφησαν σχεδόν παράλυτο, αλλά του βγήκε σε καλό. Ήταν η ευκαιρία  που περίμενε ο Πάβελ να βάλει τον Σάμι στο αναρρωτήριο με τη βοήθεια του μπλοκάρχη.

Εκεί έμεινε δέκα ημέρες ο Σάμι, ξεκουράστηκε, δυνάμωσε, χαλάρωσε από την πίεση της δουλειάς και πάνω από όλα είχε το χρόνο να σκεφτεί.

Η πρώτη του σκέψη αφορούσε τον Πάβελ. Γιατί ο σχεδόν άγνωστος  άνθρωπος έκανε τόσα για αυτόν; Πώς μπορούσε να του το ανταποδώσει;

Η δεύτερη σκέψη του αφορούσε την οικογένειά του. ζούσαν ή όχι. κι αν ζούσαν αυτός γιατί ήθελε και πάλι να τους εγκαταλείψει; Γιατί άλλη μια φορά το  ¨έσκαγε¨  και αυτή τη φορά οριστικά; Ήξερε πού ¨βάδιζε¨, είχε πλήρη γνώση της τελικής πτώσης του.

Η τρίτη σκέψη του αφορούσε το Δανιήλ: θυμήθηκε τι τους είχε πει όταν με τον Ιώβ αποφάσιζαν να φύγουν από τη Ζαβιερτσι. Θυμήθηκε την παράξενη φράση του Δανιήλ για τις ¨ανάξιες να τις ζήσουν ζωές τους¨, πόσο προφητικός  είχε αποδειχτεί ο Δανιήλ.

Προσπάθησε να δει το πρόσωπό του και το σώμα του όπως το έβλεπαν οι άλλοι. Στάθηκε αδύνατο να τα καταφέρει με το κομμάτι τον σπασμένο καθρέφτη που του έφερε ο Πάβελ. Κάθε φορά μπορούσε να δει ένα μικρό τμήμα από το πρόσωπό του, αλλά πραγματικά τρόμαξε, όταν είδε τα μάτια του.

Εκείνο τον καιρό ο Μαλαπάρτε –ένας Ιταλός συγγραφέας- έγραφε ένα μυθιστόρημα και περιέγραψε γλαφυρά τα μάτια των Εβραίων στο γκέτο της Βαρσοβίας: «Τα μάτια σε εκείνα τα πρόσωπα που είχαν το χρώμα γκριζόχαρτου έμοιαζαν με παράξενα έντομα, που με προσοχή σκάλιζαν βαθιά τις κόγχες με τα μαλλιαρά τους πόδια, για να ρουφήξουν το λιγοστό φως που έλαμπε μέσα στις οφθαλμικές κοιλότητες».

Αυτή την εικόνα είδε και ο Σάμι. Είδε εκείνο το λιγοστό φως εκείνη τη σπίθα της ζωής που χανόταν από μέσα του και αυτό τον ξύπνησε από τη νιρβάνα του.

Ζήτησε καινούργια εσώρουχα και φόρμα από τον Πάβελ, ξυρίστηκε και πλύθηκε με πραγματικό σαπούνι, δώρο του Κάπο, και αναζητούσε την παρέα των συντρόφων του. Ειδικά αποζητούσε τον Πάβελ, τον εμψυχωτή του, που κάθε βράδυ πριν το σιωπητήριο περνούσε να μιλήσει μαζί του.

Και εκείνες τις ώρες ο Πάβελ του ζητούσε να οραματιστεί έναν κόσμο χωρίς τους ναζί, να σκεφτεί τους λαούς της Ευρώπης συμφιλιωμένους χωρίς μίση ανάμεσά τους, να σκεφτεί την οικογένειά του ενωμένη και υγιή μαζί με αυτόν.

 Μα πάνω από όλα του ζητούσε επιτακτικά να προσαρμοστεί στους παράλογους και δολοφονικούς κανόνες της στρατοπεδικής ζωής.

Να αποδεχτεί μια άλλη ¨ηθική¨,  την οποία το 95% των κρατουμένων δε θα την αποδέχονταν υπό τις κανονικές συνθήκες ζωής τους , αλλά τώρα την αποδέχονταν γιατί είχαν απαντήσει θετικά στο κρίσιμο ερώτημα της στρατοπεδικής ζωής.



[1]   Από την ομιλία του Χάιμ Ρουμκόφσκι  στις 4 Σεπτεμβρίου του 1942 προς τους έγκλειστους Εβραίους στο Λουτζ. Η δικαιολογία ήταν απλή: δεν υπήρχαν τρόφιμα για να θρέψουν τα ¨άχρηστα στόματα¨.

[2]   « λαβὲ τὸν υἱόν σου τὸν ἀγαπητόν, ὃν ἠγάπησας, τὸν Ἰσαάκ, καὶ πορεύθητι εἰς τὴν γῆν τὴν ὑψηλὴν καὶ ἀνένεγκον αὐτὸν ἐκεῖ εἰς ὁλοκάρπωσιν ἐφ᾿ ἓν τῶν ὀρέων, ὧν ἄν σοι εἴπω»,  Γένεσις 22α.

[3]   Η ΖΟΒ ήταν δημιούργημα των δημοκρατικών αντιστασιακών ομάδων της Πολωνίας. Οι εθνικιστές του ΑΚ  –Εσωτερικού Στρατού- προσέφεραν ελάχιστα στη δημιουργία της ΖΟΒ για να μην πούμε  πως μάλλον έδρασαν προδοτικά στην περίπτωση αυτή.

[4]    Ο Γιούργκεν Στρόοπ στην αναφορά του για το γκέτο έχει αναφερθεί και σε ένα παράξενο ¨όπλο, τις ¨βόμβες κάλτσες¨! Επίσης έχει επιβεβαιώσει πλήρως τον ηρωισμό των μαχητών αλλά και τις τεχνικές τους γνώσεις καθώς και την εφευρετικότητά τους.   

[5]   Ο Κύριλλος, ενεργώντας μάλλον με εντολές του πάπα Αλεξανδρείας, το 415 μ.Χ. κατάσχεσε τις συναγωγές των Ιουδαίων και απέλασε τους Ιουδαίους από την Αλεξάνδρεια, δημεύοντας παράλληλα την περιουσία αυτών που πρωτοστάτησαν στις δολοφονίες χριστιανών. Την περίοδο εκείνη δολοφονήθηκε από τον εξαγριωμένο  χριστιανικό όχλο η νεοπλατωνική φιλόσοφος και μαθηματικός Υπατία, κατά πάσα πιθανότητα με ευθύνη του Κύριλλου.

[6]    Όλοι οι Εβραίοι που κρύβονταν στο Μόρντζεϊοφ επέζησαν!

[7]   Η μάχη των τεθωρακισμένων, η μάχη που -μετά το Στάλινγκραντ- έστρεψε τη ροή του πολέ-μου τελεσίδικα ενάντια στους Γερμανούς. Από τότε και στο εξής όλες οι πρωτοβουλίες ανήκαν στους Συμμάχους.  Η μάχη ξεκίνησε από τους Γερμανούς στις 5 Ιουλίου 1943 και έληξε με την κατάληψη του Χάρκοβο από τους Σοβιετικούς στις 28 Αυγούστου  1943.

Δεν υπάρχουν σχόλια: